Skip to Navigation

Ομιλία Υπουργού Παιδείας Ευριπίδη Στυλιανίδη στην παρουσίαση του έργου «Εκπαιδευτική πολιτική στα χρόνια του Ελευθέριου Βενιζέλου»



Η εκπαιδευτική πολιτική, ως ολοκληρωμένη δέσμη δράσεων, που επικυρώνεται και νομοθετικά, αντανακλά την επικρατούσα ιδεολογία και τις αξίες, που διέπουν το εκπαιδευτικό σύστημα σε μια δεδομένη χρονική στιγμή. Ως εκ τούτου, ο σχεδιασμός και η υλοποίησή της αποτελεί πολύπλευρο ζήτημα, που απαιτεί πολυεπίπεδη και συνθετική θεώρηση, όχι μόνο των εκπαιδευτικών αναγκών και των παιδαγωγικών προσεγγίσεων, αλλά και των κοινωνικοπολιτικών τάσεων, των ιδεολογικών προσανατολισμών και των πολιτισμικών συμβάσεων της κάθε εποχής. 
Κεντρικός στη διαδικασία κατάρτισης των εκπαιδευτικών στρατηγικών είναι  ο ρόλος των Κυβερνήσεων, αλλά και συγκεκριμένων προσωπικοτήτων, που σφράγισαν με τη φυσιογνωμία τους τις κατά καιρούς εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις. Επομένως, απαραίτητη σε κάθε σχετική προσέγγιση είναι η διαχρονική οπτική, προκειμένου να σχηματίσει κανείς συνολική εικόνα της ιστορίας της εκπαίδευσης.

Σημείο-σταθμό στη μακροχρόνια διαδρομή της ελληνικής εκπαίδευσης αποτελεί η εκπαιδευτική πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος, με σύνεση και διορατικότητα, επεχείρησε να ανανεώσει τις δομές του εκπαιδευτικού συστήματος, εφαρμόζοντας τη φιλοσοφία του αστικού εκσυγχρονισμού, του εκδημοκρατισμού της εκπαίδευσης και της διασύνδεσης του σχολείου με την αγορά εργασίας. Οι δύο μεγάλες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες των Κυβερνήσεων Βενιζέλου, η πρόταση του 1913 και η νομοθεσία του 1929-32, απετέλεσαν νεωτεριστικές παρεμβάσεις, οι κατευθυντήριες γραμμές των οποίων μπορούν να εντοπιστούν και σε μεταγενέστερες μεταρρυθμιστικές απόπειρες, όπως αυτή του 1964 και του 1976.

Η πρόταση-νομοσχέδιο του 1913 του Ιωάννη Τσιριμώκου, με βασικούς άξονες την κατάρτιση του εκπαιδευτικού προσωπικού, την εκπαίδευση των κοριτσιών, το εξάχρονο Δημοτικό Σχολείο, την αναμόρφωση των αναλυτικών προγραμμάτων και τον διαχωρισμό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με την δημιουργία χωριστών τύπων σχολείων για κάθε κοινωνική τάξη, αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη πρόταση για τη διαμόρφωση της τεχνικής / τεχνολογικής κατεύθυνσης, η οποία υλοποιείται με την ίδρυση Διδασκαλείου Τεχνικής Εκπαίδευσης. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία στόχευε στην προσαρμογή του σχολείου στις ανάγκες της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας, προκειμένου η εκπαίδευση να αναχθεί σε μοχλό εθνικής ευημερίας και προόδου. Αν και οι επιμέρους στόχοι αυτής της πρότασης δεν ευοδώθηκαν, ωστόσο, το όλο εγχείρημα συνιστά το αναγκαίο υπόβαθρο για τη μετέπειτα ολοκληρωμένη νομοθετική μεταρρύθμιση του 1929.

Τομή στα εκπαιδευτικά πράγματα επιφέρει η δεύτερη εκσυγχρονιστική προσπάθεια του 1917-18, που προέβλεπε την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση, ως έκφραση του γενικότερου αιτήματος  των φιλελευθέρων για την αστικοποίηση του εκπαιδευτικού συστήματος. Σε μια εποχή που ο Εκπαιδευτικός Δημοτικισμός βρισκόταν σε πλήρη ανάπτυξη, συσπειρώνοντας στις τάξεις του ηγετικές πνευματικές φυσιογνωμίες της εποχής, όπως ο Αλέξανδρος Δελμούζος, ο Δημήτριος Γληνός και ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ήταν αναμενόμενο το θέμα του καθορισμού του γλωσσικού προτύπου της εκπαίδευσης να απασχολήσει και τον Βενιζέλο, προκειμένου επιτέλους να αρθεί το γλωσσικό δίλημμα που είχε προκύψει από την επί μακρόν μαινόμενη διαμάχη καθαρεύουσας και δημοτικής, με όλες της τις κοινωνικοπολιτικές παρασυνδέσεις. Παρά τη σημαντική πρόοδο που είχε συντελεστεί στο πλαίσιο του ευρύτερου κοινωνικού κινήματος του Δημοτικισμού, ακόμη δεν είχε ωριμάσει η αξίωση να θεσμοθετηθεί η δημοτική ως η επίσημη σχολική γλώσσα, με αποτέλεσμα η εν λόγω ρύθμιση να καταργηθεί τρία χρόνια αργότερα, ενώ θα χρειαστούν πολλά χρόνια και πολλές παλινδρομήσεις από την πτώση της τελευταίας βενιζελικής κυβέρνησης το 1933, μέχρι την οριστική καθιέρωση της δημοτικής στην εκπαίδευση το 1976.

Οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες των κυβερνήσεων Βενιζέλου κορυφώνονται την περίοδο 1929-1932, προσβλέποντας στη συνολική αναδιοργάνωση και τη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Για την επίτευξη του σκοπού αυτού, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται σε επιμέρους θέματα όπως η διοίκηση της εκπαίδευσης, η  κατάρτιση των εκπαιδευτικών, τα σχολικά εγχειρίδια, η επέκταση του σχολικού δικτύου, η εκπαίδευση των θηλέων, η αναβάθμιση της τεχνικής εκπαίδευσης, η οριστική καθιέρωση του εξάχρονου Δημοτικού και της Μέσης Εκπαίδευσης, η κρατική φροντίδα για τα Νηπιαγωγεία κ.ο.κ. Ωστόσο, παρά τα αδιαμφισβήτητα νεωτερικά και εκσυγχρονιστικά του στοιχεία, και το αναλυτικό πρόγραμμα του 1931 για το εξάχρονο γυμνάσιο εκφράζει ανάγλυφα τα όρια και τους περιορισμούς των βενιζελικών αστικών επιτευγμάτων στο νεοελληνικό σχολείο του Μεσοπολέμου.

Αν επιχειρήσουμε μια συνθετική θεώρηση όλων των ανωτέρω μεταρρυθμίσεων, η γενική αποτίμηση είναι ότι, επί Βενιζέλου, η επίσημη σχολική γνώση αναπροσανατολίζεται από το κλασικιστικό παρελθόν προς τη λεγόμενη «νεοελληνική πραγματικότητα» και την «αυθυπαρξία του νεοελληνικού πολιτισμού», απορρίπτοντας εκδοχές του παραδοσιακού σχολικού διδακτισμού και δίνοντας έμφαση στη σύνθεση και αναπαραγωγή του ανθρώπινου προτύπου με βάση μια πιο ορθή και ρεαλιστική αποδοχή της υπάρχουσας κοινωνικής και φυσικής πραγματικότητας. Αν και οι επιμέρους πρωτοβουλίες και παρεμβάσεις των Κυβερνήσεων Βενιζέλου στον τομέα της εκπαιδευτικής πολιτικής έχουν δεχθεί κατά καιρούς έντονη κριτική ή και αμφισβήτηση, κοινή παραδοχή αποτελεί το γεγονός ότι προσέδωσαν στο εκπαιδευτικό μας σύστημα πιο δημοκρατικό χαρακτήρα και πιο ρεαλιστικό προσανατολισμό, θέτοντας κατ’ ουσίαν τα θεμέλια για τις μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις που ακολούθησαν τις επόμενες δεκαετίες.

Όλες αυτές οι εξελίξεις, οι διακυμάνσεις και οι εντάσεις καταγράφονται στον τόμο με τίτλο «Η εκπαιδευτική πολιτική στα χρόνια του Ελευθερίου Βενιζέλου». Το συγκεκριμένο συλλογικό έργο, αποτέλεσμα ενός γόνιμου διεπιστημονικού διαλόγου, περιλαμβάνει ανακοινώσεις πανεπιστημιακών, καθηγητών, ειδικών ερευνητών και διδακτόρων, με αντικείμενο την εκπαιδευτική πολιτική του Ελευθερίου Βενιζέλου κατά το α΄ ήμισυ του 20ού αιώνα, μέσα από την παρουσίαση και τη διερεύνηση των βασικότερων επιλογών των κυβερνήσεων Βενιζέλου σε τομείς, που σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με το θεσμικό πλαίσιο της εκπαιδευτικής πολιτικής, την εφαρμογή των εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων, τη σχέση παιδείας και γλώσσας, τους στόχους και τα προγράμματα της συγκεκριμένης περιόδου.

Κλείνοντας, θα ήθελα να συγχαρώ το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος», για την αμετακίνητη αφοσίωσή του στην επιστημονική, εμπεριστατωμένη και πολυπρισματική έρευνα διαφόρων, συχνά αθέατων, πτυχών της προσωπικότητας και του έργου ενός ανθρώπου, που σημάδεψε με την παρουσία του μια εθνικά κρίσιμη και καθοριστική για την πορεία της πατρίδας μας περίοδο.