Skip to Navigation

Συνέντευξη του Ευριπίδη Στυλιανίδη στον "Παρατηρητή της Θράκης"

"40 χρόνια από τη Μεταπολίτευση"

ΠτΘ: Κ. Στυλιανίδη, πρόσφατα, μαζί με άλλους πέντε βουλευτές της ΝΔ, καταθέσατε ερώτηση για την υπερφορολόγηση των Ελλήνων…

Ε.Σ.: Δεν είναι τυχαίο ότι την ερώτηση την υπογράφουν συνολικά έξι βουλευτές, εκ των οποίων οι πέντε έχουν διατελέσει υπουργοί ή υφυπουργοί. Αυτή η πρωτοβουλία έχει τρεις διαστάσεις. Η πρώτη διάσταση, που είναι και η πιο ισχυρή, είναι και η αποτύπωση μιας πραγματικότητας που βιώνουμε όλοι, και ως πολιτικοί και ως πολίτες, μέσα στην κοινωνία και την αγορά. Δεν αντέχει ούτε το μέσο νοικοκυριό ούτε η μικρή, η μεσαία και η μεγάλη επιχείρηση στην Ελλάδα, να σηκώνει αυτή τη φορολογική επιβάρυνση, που έχει προκληθεί τα τελευταία χρόνια. Καλούνται πολλές φορές οι επιχειρήσεις ή τα φυσικά πρόσωπα να πληρώσουν περισσότερα χρήματα από αυτά τα οποία κερδίζουν με αποτέλεσμα να οδηγούνται σε ένα αδιέξοδο, να οδηγούνται στην καταστροφή και η καταστροφή αυτή, λόγω έλλειψης ρευστότητας, να σημαίνει και την όξυνση του φαινομένου της ανεργίας κυρίως των νέων ανθρώπων. Τι κάνουμε λοιπόν; Πρώτα αποτυπώνουμε την πραγματικότητα ως έχει, μεταφέρουμε τα μηνύματα από τις αγορές και τις τοπικές κοινωνίες όλης της Ελλάδας προς την πολιτεία κάνοντας μία συγκεκριμένη πρόταση για μείωση των φορολογικών συντελεστών στον Ειδικό Φόρο Θέρμανσης, στην ακίνητη περιουσία, στην προκαταβολή του 55%, που πρέπει να προκαταβάλουν οι επιχειρήσεις για το επόμενο έτος, στον Φόρο Επιτηδεύματος και σε μια σειρά από άλλους φόρους.

Η δεύτερη διάσταση του εγχειρήματος είναι να διευκολύνουμε την πρωτοβουλία της κυβέρνησης να θέσει το φορολογικό ζήτημα προς τους δανειστές ως ένα ζήτημα προς διαπραγμάτευση. Ζητώντας, κατά κάποιο τρόπο, ελαφρύνσεις, διευκολύνσεις, ανάσες στην αγορά, που, μέσω της ρευστότητας, θα τονώσουν την κίνηση, την αύξηση του ΑΕΠ και την επιστροφή στην ανάπτυξη. Βοηθούμε δηλαδή διαπραγματευτικά την κυβέρνηση αυτή τη δύσκολη ώρα, που εξέφρασε ο πρωθυπουργός την επιθυμία να βάλει ως προτεραιότητα τη μείωση των φόρων μπροστά στη διαπραγμάτευση.

Και, κατά τρίτον, αποκαθιστούμε την ιδεολογικοπολιτική τάξη. Δηλαδή, εκπροσωπώντας μία παράταξη, η οποία είναι φιλελεύθερη στο DNA της και, άρα, κατά κανόνα, όχι μόνο υπέρ του μειωμένου κράτους αλλά και των λιγότερων φόρων και της αυξημένης ρευστότητας στην αγορά, ζητούμε να επανέλθει ο ορθολογισμός στη λειτουργία της αγοράς, να τονωθεί η ρευστότητα και να οργανωθεί καλύτερα η στροφή σε μια πραγματική οικονομία και σε μια στοχευμένη κοινωνική πολιτική με βάση τις πραγματικές δυνατότητες της πολιτείας.

ΠτΘ: Τα χρόνια της κρίσης δεν βλέπουμε όμως καμία διαπραγμάτευση να έχει επιφέρει βελτιώσεις στη ζωή του μικρομεσαίου.

Ε.Σ.: Θεωρώ ότι η παράταξή μου δεν είναι και δεν πρέπει να είναι νεοφιλελεύθερη. Πρέπει να είναι με την πραγματική οικονομία της αγοράς, αυτή είναι η συνταγή που έχει δικαιωθεί και θέλει λιγότερο κράτος σε συντονιστικό ρόλο και όχι σε ρόλο επιχειρηματία, περισσότερη αγορά αλλά και κοινωνική δικαιοσύνη όσον αφορά την ανακατανομή των εισοδημάτων. Αυτό βεβαίως δεν υπηρετείται από τα μνημόνια γιατί τα μνημόνια είναι μια μεταβατική περίοδος, μια περίοδος κρίσης, που τα πάντα λειτουργούν έξω από τους κείμενους κανόνες. Γι’ αυτό κι εμείς πιέζουμε, για να επιστρέψουμε στη σωστή ισορροπία, μεταξύ κοινωνίας, αγοράς και πολιτείας. Διαπραγματευτικά πιστεύω ότι διευκολύνουμε γιατί όταν ο πρωθυπουργός μπορεί να επικαλεστεί ότι μία ομάδα εκ των βουλευτών που του δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης διαφωνούν κάθετα στην περαιτέρω αύξηση των φόρων ή στην εφαρμογή του υφιστάμενου φορολογικού συστήματος, αυτό το προσθέτει στη φαρέτρα των επιχειρημάτων ως ένα ακόμα επιχείρημα. Δηλαδή, επειδή ακριβώς χρειάζεται την κοινοβουλευτική στήριξη αυτών των βουλευτών θα πρέπει οι βουλευτές αντιστοίχως να του δώσουν ένα περιθώριο να ελιχθεί και μέσα από αυτή τη συζήτηση να βγει ένα καλύτερο αποτέλεσμα για την αγορά και για την κοινωνία.

ΠτΘ: Αισιοδοξείτε λοιπόν ότι θα γίνει έτσι;

Ε.Σ.: Είμαστε υποχρεωμένοι να ασκήσουμε πίεση στο όνομα της κοινωνίας. Αυτή μας εκλέγει, δεν είμαστε υπηρέτες συγκεκριμένων συμφερόντων ούτε υπηρετούμε δογματικά κάποιες πολιτικές όταν βλέπουμε ότι αυτές μπορεί να βλάψουν το σύνολο της κοινωνίας.

ΠτΘ: Πριν από λίγο καιρό κάνατε μια ερώτηση για το 12% της επιδότησης εργασίας, η οποία θεωρητικά υφίσταται αλλά δεν καταβάλλεται.

Ε.Σ.: Αυτό είναι ασυνέπεια του κράτους. Θα μπορούσε τουλάχιστον να προβεί σε κάποιον συμψηφισμό που θα επέτρεπε, αν μη τι άλλο, στις επιχειρήσεις που θα μπορούσαν να το αντέξουν, να έχουν ενημερότητα και ρευστότητα για να μπορέσουν να λειτουργήσουν.

ΠτΘ: Τι πήγε καλά και τι πήγε λάθος από τη Μεταπολίτευση και έπειτα;

Ε.Σ.: Ανήκω στη γενιά μετά από αυτή της Μεταπολίτευσης και πριν από αυτή της κρίσης. Η Μεταπολίτευση σηματοδότησε τη σύγχρονη ιστορία της χώρας αναμφισβήτητα και μέσα από τους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες που έκαναν τα κινήματα εκείνης της εποχής επετεύχθησαν πολύ συγκεκριμένα πράγματα. Πρώτον, η πολιτική σταθερότητα. Έμαθαν τα κόμματα να λειτουργούν θεσμικά και να συνεννοούνται μεταξύ τους στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Αυτό προκύπτει και από τις κυβερνήσεις συνεργασίας και τις οικουμενικές κυβερνήσεις που προέκυψαν όλο αυτό το διάστημα των 40 ετών. Δεύτερον, σταθεροποιήθηκε η δημοκρατία στη χώρα. Αυτό δεν ήταν αυτονόητο πριν τη χούντα, όταν οι κυβερνήσεις πέφτανε κάθε χρόνο και είχανε μια περίοδο αστάθειας και διχασμού. Επίσης, η δημοκρατία απέκτησε και ποιοτικά χαρακτηριστικά. Δόθηκε έμφαση στον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλη τη χώρα, τα οποία προστατεύτηκαν αποτελεσματικά για πάρα πολλές δεκαετίες.

Βεβαίως, θα έλεγα ότι απλώθηκε και η ευημερία. Η ένταξή μας στην ευρωπαϊκή οικογένεια χάρη στον αείμνηστο εθνάρχη Κωνσταντίνο Καραμανλή έδωσε τη δυνατότητα να εισρεύσει πολύ χρήμα στη χώρα, το οποίο άλλες φορές αξιοποιήθηκε ορθολογικά και άλλες φορές όχι. Έδωσε όμως μια ευημερία, η οποία απλώθηκε όχι μόνο στους πλούσιους αλλά σε όλο τον ελληνικό λαό. Βελτιώθηκε το βιοτικό επίπεδο, νικήθηκε η φτώχεια, δημιουργήθηκαν άλλες προϋποθέσεις και συνθήκες ζωής, τις οποίες για να τις συνειδητοποιήσει κάποιος σήμερα που δεν έχει ζήσει όλη αυτή την περίοδο πρέπει να δει πού βρίσκονται οι γειτονικοί μας λαοί και οι λαοί της πρώην Σοβιετικής Ένωσης ή των Δυτικών Βαλκανίων που βρέθηκαν εκτός ευρωπαϊκής οικογένειας. Όλα αυτά βέβαια μας οδήγησαν σε μια υπερβολή, πολιτική, συνδικαλιστική και οικονομική, την οποία αυτή τη στιγμή πληρώνουμε. Αλλά εγώ δεν ανήκω σε αυτούς που ενοχοποιούν απόλυτα γι’ αυτό την Ελλάδα. Εκτιμώ ότι η κρίση είναι ευρωπαϊκή και διεθνής και ότι η Ευρώπη δεν έδειξε την ωριμότητα που έπρεπε και τη στιγμή που έπρεπε για να δημιουργήσει θεσμούς πολιτικής ενοποίησης. Προχώρησε μόνο σε μια γυμνή νομισματική ενοποίηση, η οποία δυστυχώς δεν ήταν επαρκής για να μπορεί να αντιμετωπίσει η ευρωπαϊκή οικογένεια την κρίση όταν χρειάστηκε και αυτό έθεσε εν κινδύνω την Ευρώπη της αλληλεγγύης.

Έτσι η Ελλάδα στοχοποιήθηκε και από δικά της λάθη, ενοχοποιήθηκε και συκοφαντήθηκε πάρα πολύ τα τελευταία χρόνια και, ενώ η κρίση έπληξε όλο τον νότο, η Ελλάδα έγινε το μαύρο πρόβατο και πληρώνει ακόμα το τίμημα. Αυτό για να διορθωθεί χρειάζεται πολλαπλάσια προσπάθεια, την οποία βεβαίως κάνει σε μεγάλο βαθμό η πολιτική ηγεσία αλλά νομίζω ότι πρέπει να την κάνει σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό. Μία προσπάθεια, η οποία δεν θα μας δημιουργεί μόνο τύψεις εκεί που κάναμε λάθη και θα τα διορθώνει, αλλά και δεν θα διστάζει, με υπερηφάνεια, με αξιοπρέπεια και με ανεξάρτητο πνεύμα να διεκδικεί για τη χώρα μας αυτά τα οποία της ανήκουν. Διότι, για παράδειγμα, φορτώθηκε το 56% του ελληνικού χρέους το Ευρωπαϊκό Τραπεζικό σύστημα και, από την ώρα που εμείς συμφωνήσαμε να μπούμε στο μνημόνιο, τους δώσαμε δύο χρόνια για να το ξεφορτώσουν και δεχθήκαμε να αλλοιωθούν ακόμα και στατιστικά στοιχεία της ελληνικής οικονομίας σε βάρος μας για να μπορέσουν κάποιοι να διασωθούν. Εγώ διαφωνώ με αυτή την επιλογή και πιστεύω ότι η Ελλάδα θα πρέπει τώρα να δείξει ότι σκέφτεται και λειτουργεί διαφορετικά απ’ ό,τι στο παρελθόν και να ξαναδείξει το θετικό της πρόσωπο. Μπορεί να το κάνει.

ΠτΘ: Σήμερα όμως δεν ζούμε και την καλύτερη ποιότητα της δημοκρατίας…

Ε.Σ.: Όλα αυτά κλονίστηκαν, η κρίση μας πήγε βήματα πίσω. Σκεφτείτε όμως από πού ξεκίνησε η Ελλάδα. Πιστεύω ότι η Ελλάδα είναι μια ενδιαφέρουσα ιστορία, διότι ήταν μια χώρα που έζησε δύο παγκοσμίους πολέμους, μία προσφυγιά, έναν τραγικό εμφύλιο πόλεμο, πολλές δικτατορίες και τραγική φτώχεια –πέθαιναν παιδιά από τη φτώχεια– και μέσα σε ελάχιστες δεκαετίες κατάφερε να τα ξεπεράσει όλα αυτά και να γίνει η 27η καλύτερη οικονομία στον κόσμο, με μια στέρεη δημοκρατία, μια υπερήφανη εξωτερική πολιτική για πάρα πολλά χρόνια και με μία διάκριση μεταξύ των εθνών και στον πολιτιστικό και πνευματικό τομέα. Και αυτό φαίνεται από τις προσωπικότητες που έχουν διακριθεί, από τα νόμπελ, τους αθλητές μας, τους καλλιτέχνες μας κ.λπ. Η κρίση δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε την ιστορική μας διαδρομή και να νιώθουμε τύψεις γι’ αυτό που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Κάναμε και λάθη, τα οποία πρέπει να διορθώσουμε.

ΠτΘ: Είναι η κρίση απότοκο της Μεταπολίτευσης;

Ε.Σ.: Πιστεύω ότι, στο μέτρο που αφορά στα ελληνικά λάθη και όχι στις ευρωπαϊκές ευθύνες ή τις διεθνείς εξελίξεις, ότι είναι αποτέλεσμα της υπερβολής. Δηλαδή, για να μιλήσουμε ξανά για τη γενιά του Πολυτεχνείου, θα πω ότι άλλοι ήταν οι ήρωες και άλλοι εξαργύρωσαν τον ηρωισμό. Άλλοι ήταν μπροστά στην πύλη όταν έμπαινε το άρμα, άλλοι ήταν αυτοί που φώναζαν για δικαιώματα και άλλοι αυτοί που βγήκαν μετά να πούνε ότι ήταν εκεί για να γίνουν μετά βουλευτές και υπουργοί ή για να γίνουν μεγαλοεπιχειρηματίες, που ευνοήθηκαν από το κράτος. Έτσι οδηγηθήκαμε σήμερα λόγω της κρίσης σε ένα στρεβλό μοντέλο, το οποίο κινείται ανάμεσα σε δύο άκρα: από τη μια είναι το άκρο του αριστερίστικου κρατισμού, ο οποίος όμως επηρεάζει και τη δεξιά, και από την άλλη του νεοφιλελεύθερου ολιγοπωλιακού καπιταλισμού που συγκεντρώνει τα χρήματα των πολλών στα χέρια των πολύ λίγων οικογενειών του κέντρου. Υπάρχει ο μέσος δρόμος τον οποίον εγώ πρεσβεύω και τον οποίο υπηρέτησε η παράταξη του Κωνσταντίνου Καραμανλή διαχρονικά, η κοινωνική οικονομία της αγοράς που πιστεύει ότι η αγορά πρέπει να παράγει τον πλούτο, το κράτος πρέπει να βάζει τους κανόνες, να χαράσσει τις στρατηγικές και να εποπτεύει την τήρησή τους και τα άτομα θα πρέπει να έχουν τον χώρο για να αναπτύσσουν τις δεξιότητες, τις ικανότητες, οι οποίες αξιοκρατικά θα ανταμείβονται από την αγορά και από την πολιτεία. Αυτό είναι το ιδεατό μοντέλο στο οποίο έχει μάθει να ζει ο Έλληνας, όταν το ξεπερνά ή τον ξεπερνά, παθαίνουμε ζημιά και ως κράτος.

ΠτΘ: Ποια είναι η γνώμη σας για τις σημερινές πολιτικές ηγεσίες εν συγκρίσει με τους πολιτικούς αρχηγούς των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης;

Ε.Σ.: Οι διακεκριμένοι πολιτικοί της εποχής ήταν οραματιστές ανεξαρτήτως αν πίστευαν στον φιλελευθερισμό, στον σοσιαλισμό, στη σοσιαλδημοκρατία ή στον κομουνισμό. Ήταν άνθρωποι με όραμα για το έθνος τους και ήθελαν με το πέρασμά τους από την πολιτική να αφήσουν μια σφραγίδα που θα τους δικαιώσει στις επόμενες γενιές. Έβλεπαν δηλαδή την πολιτική όχι με ορίζοντα τις επόμενες εκλογές αλλά τις επόμενες γενιές. Τέτοιο στίγμα, διακριτό και πρότυπο, είχε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ανάλογο στίγμα είχε δώσει και ο Ανδρέας Παπανδρέου. Παρά τα όποια λάθη που του καταλογίζω ως πολιτικός του αντίπαλος, η κοινωνική και λαϊκή διάσταση τονώθηκε επί των ημερών του. Αντίστοιχα στίγματα έδωσαν τότε οι πολιτικοί των άλλων παρατάξεων, ο Χαρίλαος Φλωράκης, ο Λεωνίδας Κύρκος κ.λπ. Αυτή τη στιγμή, οι πολιτικές ηγεσίες έχουν ένα διαχειριστικό πνεύμα, δεν βλέπουν δέκα αλλά δύο βήματα μπροστά. Δεν κοιτούν να κάνουν κινήσεις που θα ενεργοποιήσουν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα ενός έθνους αλλά πώς θα αξιοποιήσουν τις ευκαιριακές δυνατότητες που τους προσφέρει μια οικονομία ή ένας λαός αυτή τη στιγμή. Αυτό είναι λάθος. Θα πρέπει να ξαναέλθουμε στον βασικό αξιακό κώδικα που υπηρετεί η Ελλάδα ως Ελλάδα, πέρα και πάνω από κομματικά χρώματα, και να δούμε ποιον προσανατολισμό θέλουμε ως έθνος.

Θέλουμε να είμαστε στην Ευρώπη; Θέλουμε μια κοινωνική οικονομία της αγοράς; Θέλουμε να εφαρμόσουμε την αξιοκρατία στην πράξη; Θέλουμε να εφαρμόσουμε την περιφερειακή ανάπτυξη που δυστυχώς η Αθήνα τα τελευταία χρόνια την έχει ξεχάσει; Ή θέλουμε όλα να συγκεντρώνονται στα χέρια λίγων ή μόνο σε ένα μεγάλο αστικό κέντρο ή μόνο σε συγκεκριμένες οικογενειακές εταιρείες με ονοματεπώνυμο; Εάν θέλουμε να κάνουμε αυτή την ανατροπή, κατά τη γνώμη μου, θα πρέπει να εμπιστευθούμε τη νεότερη γενιά και να της δώσουμε χώρο και να δώσουμε τη δυνατότητα να αναδειχθούν ως ηγεσίες σε όλους τους τομείς, στο πνεύμα, στην τέχνη, στην πολιτική, στην οικονομία, άνθρωποι που αυτή τη στιγμή κινούνται στον μέσο όρο και μέχρι τώρα δεν είχαν τις ευκαιρίες να αναδείξουν το ταλέντο τους.

_______________________________________________________________________

Συνέντευξη: Τζένη Κατσαρή-Βαφειάδη, Νατάσα Βαφειάδου για τον ΠτΘ
Τετάρτη, 30 Ιουλίου 2014