Σύνοδος Κορυφής: Χρειαζόμαστε καθαρές αποφάσεις
Δημοσιεύθηκε στις 20/03/2011 στην εφημερίδα «ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ».
Η Ευρώπη έχασε την ευκαιρία στη Συνέλευση για το Σύνταγμά της να προετοιμάσει την πολιτική της ένωση. Περιορίστηκε μόνο στη Νομισματική Ενωση, με συνέπεια να μοιάζει με μεγάλο σκάφος προετοιμασμένο να ταξιδεύει μόνο σε ήρεμα νερά, όχι όμως σε φουρτούνες. Η πρόσφατη διεθνής οικονομική κρίση απέδειξε την ένδεια μέσων για την αντιμετώπισή της σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η Ελλάδα συνειδητά αυτοπροσφέρθηκε ως εξιλαστήριο θύμα των εξελίξεων, κρύβοντας πίσω της την κατάσταση της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και ίσως της Ιταλίας. Η κυβέρνηση Παπανδρέου δεν έκανε τίποτα για να αποφύγει την είσοδό μας στο μηχανισμό, αντίθετα τον επιδίωξε, όπως ομολόγησε και ο κ. Στρος Καν. Με τον τρόπο αυτόν κατέστησε το δανεισμό μας ενυπόθηκο. Αντί να πιέσει τους Γαλλο-Γερμανούς δανειστές μας που ήλεγχαν το 54% του δημόσιου χρέους, με στόχο την παραμονή μας στην αγορά, την επιμήκυνση του δανείου και τη μείωση του επιτοκίου, ουσιαστικά εκβίασε τους Ελληνες θέτοντας διλήμματα: «Μνημόνιο ή χρεοκοπία;», «Μείωση μισθών ή απολύσεις;», «Αύξηση φόρων ή στάση πληρωμών;».
Ενσυνείδητα η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, που εννιαπλασίασε το χρέος της χώρας στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 (από 20 δισ. ευρώ επί Κωνσταντίνου Καραμανλή σε 180 δισ. ευρώ επί Σημίτη) και μετακύλισε τις υποχρεώσεις του κράτους στην πενταετία Καραμανλή (90 από τα 100 δισ. της αύξησης του χρέους επί ΝΔ αφορούν οφειλές και τοκοχρεολύσια της περιόδου Σημίτη), έθεσε τη χώρα υπό διεθνή κηδεμονία. Ο Γιώργος Παπανδρέου διασφάλισε με τα 110 δισ. του νέου δανεισμού από το ΔΝΤ και τα 50 δισ. της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου τους δανειστές μας, θέτοντας σε απόλυτο κίνδυνο την κοινωνική συνοχή, το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων και την αναπτυξιακή προοπτική της Ελλάδας.
Στις 25 Μαρτίου θα δοθεί μια μάχη οπισθοφυλακής για τα αυτονόητα, δηλαδή την παράταση αποπληρωμής και τη μείωση του επιτοκίου. Η μάχη αυτή πρέπει να κερδηθεί όχι μόνο για το καλό της Ελλάδας, αλλά και για το συμφέρον της Ευρώπης. Αυτή, όμως, η μάχη του αυτονόητου θα είχε εθνική υπεραξία και πολιτική λογική αν είχε δοθεί εξαρχής, δηλαδή πριν η Ελλάδα μπει στο μνημόνιο, όταν η κυβέρνηση παρακολουθούσε παράλυτη τις εξελίξεις και ισχυριζόταν ότι «λεφτά υπάρχουν». Αυτό όμως δεν έγινε, διότι τότε οι κυβερνώντες έθεταν το δίλημμα Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Αρκούνταν να συκοφαντούν τη χώρα για να σπιλώσουν τη Νέα Δημοκρατία. Ελεγαν ότι «κυβερνούν ένα διεφθαρμένο λαό» για να καλύψουν τη μετάλλαξή τους πίσω από τη μάσκα του μνημονίου. Αναρωτιέται κανείς σήμερα, που η ανεργία και η μετανάστευση των Ελλήνων εκρήγνυνται, οι σοσιαλιστές που μας κυβερνούν, δε γνώριζαν τότε την αναγκαιότητα συρρίκνωσης και νοικοκυρέματος του κράτους; Δε συνειδητοποιούσαν την αξία των στοχευμένων αποκρατικοποιήσεων ή την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του Δημοσίου, όπως τους πρότεινε ο Αντώνης Σαμαράς;
Στις 25 Μαρτίου η Ελλάδα και η Ευρώπη χρειάζονται καθαρές πολιτικές αποφάσεις, που δε θα συνθλίβουν το λαό μας ή την προοπτική της Ενωσης, αλλά θα θωρακίζουν την αρχή της κοινοτικής αλληλεγγύης και θα θεμελιώνουν την ελπίδα για πολιτική ένωση.
