Skip to Navigation

Ομιλία - Παρέμβαση του Ευριπίδη Στυλιανίδη σε εκδήλωση του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής – Γ.Σ.Ε.Ε. στη Θεσσαλονίκη

Σε εκδήλωση του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής της ΓΣΕΕ στο CEDEFOP Θεσσαλονίκης μίλησε ο βουλευτής Ροδόπης Ευριπίδης Στυλιανίδης.
Το θέμα της εκδήλωσης ήταν: "Σύνδεση της επαγγελματικής κατάρτισης με την απασχόληση".

Ο Ευριπίδης Στυλιανίδης παρουσίασε ως εκ νέου στόχο την επιδίωξη της Κοινωνικής Οικονομίας της Αγοράς, η οποία απειλείται λόγω της κρίσης από ένα μοντέλο ολιγοπωλιακού καπιταλισμού.
Υποστήριξε τη μετεξέλιξη των εργασιακών σχέσεων έναντι της κατάλυσης τους, που κάποιοι επιδιώκουν.
Κατέθεσε προτάσεις για :
Α) τα επαγγέλματα του μέλλοντος,
Β) την ενίσχυση του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού και
Γ) το δυαδικό σύστημα και τη σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας.

Ο βουλευτής Ροδόπης επισήμανε ότι μόνο με την επένδυση στην παιδεία μπορούμε να βγούμε νικητές από την κρίση και ζήτησε μια έξυπνη πολιτική διαπραγμάτευση σε Ευρωπαϊκό επίπεδο με στόχο τη στροφή στην πραγματική οικονομία και τη στοχευμένη κοινωνική πολιτική. Τόνισε δε ότι η σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά περνά μέσα από την κατάρτιση και τη δια βίου μάθηση, που είναι τα αποτελεσματικότερα εργαλεία στον πόλεμο κατά της ανεργίας.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της τοποθέτησής του.

"Κυρίες και κύριοι,
Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους διοργανωτές, αλλά και να τους συγχαρώ για τη σημερινή τους πρωτοβουλία, η οποία απαντά ουσιαστικά στο σοβαρότερο πρόβλημα που απειλεί την κοινωνική συνοχή, την ανεργία.
Η Ελλάδα βιώνει σήμερα τη μεγαλύτερη κρίση μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Απειλούνται ευθέως η κοινωνική συνοχή από την ανεργία και την ανέχεια, η πραγματική οικονομία από την έλλειψη ρευστότητας και την ανυπαρξία τραπεζικού συστήματος, η δημογραφική ισορροπία από την απώλεια όλου του νέου ανθρώπινου δυναμικού στο εξωτερικό. Απειλείται η ίδια η ασφάλεια και η προοπτική της χώρας.
Τα προηγούμενα χρόνια, τα χρόνια της ευημερίας, οι επιχειρήσεις απολάμβαναν τα οφέλη μιας εικονικής οικονομίας, που βασιζόταν στα παιχνίδια του χρηματιστηρίου, στο πλαστικό χρήμα, στις άστοχες επιδοτήσεις και στα εύκολα δάνεια. Η εργοδοσία απολάμβανε μόνη τα πρόσκαιρα οφέλη, ενώ οι εργαζόμενοι αρκούνταν στις παραδοσιακά κατοχυρωμένες εργασιακές σχέσεις, κάτι που δημιούργησε και στο συνδικαλισμό αγκυλώσεις που δεν επέτρεψαν να εξελιχθεί κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα.
Τώρα που τα δεδομένα άλλαξαν δραματικά, η εργοδοσία ζητά να μοιρασθεί το ρίσκο και τον πόνο με τους εργαζομένους, είτε μέσα από την οριζόντια μείωση μισθών, είτε ακόμα και μέσα από τις ανεξέλεγκτες απολύσεις.
Αυτό δημιουργεί δυστυχώς τις προϋποθέσεις για τη μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο ολιγοπωλιακού καπιταλισμού που τελειώνει τις εργασιακές σχέσεις, περιθωριοποιεί το συντεχνιακό συνδικαλισμό και καθιστά τους πλούσιους, λιγότερους και άρα πλουσιότερους και τους φτωχούς, περισσότερους και άρα φτωχότερους, εκτελώντας οριστικά τη μεσαία τάξη.
Απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα πρέπει να αρχίσει να διαμορφώνεται ένας νέος τύπος δημιουργικού συνδικαλισμού και μια καινοτόμος και υπεύθυνη λαϊκή -όχι λαϊκίστικη- και εθνική –όχι εθνικιστική- πολιτική.
Το διακύβευμα και παράλληλα η ευκαιρία για το συνδικαλισμό είναι να κατοχυρώσει τώρα, σ’ αυτή τη δύσκολη συγκυρία για τους εργαζόμενους εκτός απ’ τη συμμετοχή τους στον πόνο και το ρίσκο, και την αναλογική τους συμμετοχή στο όφελος, στο κέρδος και στην προοπτική της επιχείρησης που δουλεύουν. Να τους διασφαλίσει το δικαίωμα της κινητικότητας και της μετεξέλιξης, με την κατάρτιση και τη δια βίου μάθηση, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο, εφόσον το μπορούν και το επιθυμούν να μετεξελιχθούν από εξαρτημένοι εργαζόμενοι σε συμμέτοχοι, συνιδιοκτήτες ή και ελεύθεροι επαγγελματίες.
Αυτή η μετάβαση στην πολιτική μας μεταφέρει απ΄τον ολιγοπωλιακό καπιταλισμό που σταδιακά μας επιβάλλεται, στην Κοινωνική Οικονομία της Αγοράς, που μπορεί να είναι και η κεντρική κοινή μας επιδίωξη.
Κοινή επιδίωξη τόσο για μια σύγχρονη λαϊκή, εθνική και ευρωπαϊκή πολιτική, όσο και για ένα νέο μοντέλο, γόνιμου, ώριμου και χρήσιμου συνδικαλιστικού και εργασιακού κινήματος, που θα συμμετέχει δημιουργικά στις αποφάσεις επιτυγχάνοντας τις αναγκαίες ισορροπίες.
Κυρίες και κύριοι,
Το μόνο εργαλείο που μπορεί στην πράξη να βοηθήσει τους εργαζόμενους να παραμείνουν ή τους άνεργους να μπουν εκ νέου στην αγορά εργασίας είναι η κατάρτιση και η δια βίου μάθηση. Εύστοχα λοιπόν η ΓΣΕΕ επέλεξε αυτό το θέμα για να στείλει μέσα από την έρευνα που παρουσιάστηκε ένα νέο σήμα στην κοινωνία των εργαζομένων.
Στο θέμα αυτό επιτρέψτε μου να καταθέσω μερικές σκέψεις- προτάσεις, βγαλμένες μέσα απ’ την πολιτική μου εμπειρία γενικότερα και την εμπειρία μου απ’ το ΥΠΕΠΘ ειδικότερα.
1. Μια και φιλοξενούμαστε στο CEDEFOP θα επισημάνω ότι δυστυχώς στην Ελλάδα δεν υπάρχει μια ολοκληρωμένη μελέτη για τα Επαγγέλματα του Μέλλοντος, ώστε να εξαρτάμε απ΄αυτή τον αριθμό των θέσεων που θα ανοίγουμε ανά ειδικότητα στα Πανεπιστήμια, τα ΤΕΙ, τα ΕΠΑΛ, τα ΙΕΚ και τα ΚΕΚ, αλλά και να προσαρμόζουμε το είδος των ειδικοτήτων που προσφέρουμε ως πολιτεία.
2. Είναι αναγκαίο για μένα να οργανωθεί σε νέες βάσεις το μάθημα του Σχολικού Επαγγελματικού Προσανατολισμού και να συμπληρωθεί από έγκαιρα τεστ δεξιοτήτων, ώστε τα παιδιά μας να γνωρίζουν από νωρίς που θέλουν και που μπορούν να σπουδάσουν ή να εκπαιδευτούν. Δεν είναι λογικό να εμφανίζουμε ως χώρα έναν υπερπληθωρισμό επιστημόνων και μια υστέρηση τεχνιτών, κυρίως σε επαγγέλματα που η αγορά εργασίας έχει ανάγκη.
Η Γερμανία επέτυχε το οικονομικό της θαύμα διότι την περίοδο του Χ. Κολ, έδωσε έμφαση στην τεχνική και επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση.
Στην Ελλάδα δυστυχώς σ’ αυτούς τους κλάδους διαπρέπουν ξένοι τεχνίτες την ώρα που οι Έλληνες είχαν -κυρίως τα προηγούμενα χρόνια- προσανατολιστεί σ’ ένα υπερτροφικό δημόσιο που σήμερα τους ξεβράζει.
3. Η κατάρτιση και η δια βίου μάθηση είναι η ισχυρότερη προστασία του εργαζομένου. Του επιτρέπουν να παρακολουθεί τη δυναμική των εξελίξεων και να επιτυγχάνει την κινητικότητα και τη βελτίωση της θέσης του, αναβαθμίζοντας συνεχώς το ρόλο του στην ίδια ή σε άλλη επιχείρηση.
Απαραίτητη όμως προϋπόθεση γι αυτό, είναι η ποιότητα του φορέα που παρέχει αυτές τις υπηρεσίες και η σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Δυαδική Εκπαίδευση που επιχειρήσαμε να προωθήσουμε όταν ήμουν ΥΠ.ΕΣ., όπου η επιχείρηση χρηματοδοτεί την εκπαίδευση ή μετεκπαίδευση των εργαζομένων σύμφωνα με τις δικές της ανάγκες και τους σχεδιασμούς της, έχοντας όμως εκ των προτέρων διασφαλίσει γι’ αυτόν τη θέση εργασίας.

Κυρίες και κύριοι,
Αναμφισβήτητα ζούμε σε μια πρωτόγνωρη εποχή. Έχει λοιπόν σημασία να επιδείξουμε αυξημένα αντανακλαστικά, ώστε να διαδραματίσουμε επιτυχώς και προς όφελος της ελληνικής κοινωνίας, ο καθένας το ρόλο του. Ο συνδικαλιστής το δικό του διακριτό ρόλο, αλλά και ο πολιτικός το δικό του.
Λέω ο πολιτικός, διότι είμαι βέβαιος ότι πάλι η πολιτική σε μια δημοκρατία θα κληθεί να δώσει τη λύση. Η πολιτική και όχι μια στυγνή, ορθολογική τεχνοκρατία, που συχνά δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει τι περνά σήμερα η δοκιμαζόμενη ελληνική κοινωνία.
Εκτιμώ λοιπόν ότι στην πρώτη φάση της κρίσης, η κυβέρνηση πέτυχε να αποφύγουμε την ανεξέλεγκτη χρεοκοπία, να παραμείνουμε στο σκληρό πυρήνα της Ε.Ε. και να ανακτήσουμε μεγάλο μέρος της διεθνούς μας αξιοπιστίας. Ωστόσο μεγάλος πρωταγωνιστής αναδείχθηκε ο ελληνικός λαός, επιδεικνύοντας απίστευτη υπομονή, επιμονή και αυτοθυσία.
Για να μπορέσουμε τώρα αυτό το λαό να τον δικαιώσουμε, έχουμε χρέος μέσα από μια έξυπνη πολιτική διαπραγμάτευση σε ευρωπαϊκό επίπεδο, να οργανώσουμε τη στροφή στην πραγματική οικονομία, σε μια στοχευμένη κοινωνική πολιτική και σ’ ένα αποτελεσματικό πόλεμο κατά της ανεργίας. Ο πόλεμος αυτός μπορεί να είναι επιτυχής μόνο αν επενδύσουμε ουσιαστικά στη δια βίου μάθηση, την εκπαίδευση και την κατάρτιση."