Η ένταξη Βουλγαρίας και Ρουμανίας στην Ε.Ε.
Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις των δύο χωρών με την Ευρωπαϊκή Ένωση άρχισαν κατά τους πρώτους μήνες του 2000 και περατώθηκαν, για μεν την Βουλγαρία, τον Ιούνιο του 2004, ενώ για την Ρουμανία, τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους.
Οι δύο χώρες υπέγραψαν Συνθήκη Προσχώρησης στην ΕΕ στις 25 Απριλίου 2005, στο Λουξεμβούργο, αφού προηγουμένως έδωσε τη σχετική συγκατάθεσή του και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (13 Απριλίου 2005). Τη στιγμή αυτή, και ενώ βρισκόμαστε κυριολεκτικά ένα βήμα πριν από την υλοποίηση της ένταξης, η Συνθήκη Προσχώρησης έχει κυρωθεί από τα εθνικά κοινοβούλια των περισσοτέρων κρατών-μελών, εκτός από αυτά της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Δανίας.
Η Ολομέλεια του Ελληνικού Κοινοβουλίου κύρωσε την εν λόγω Συμφωνία στις 2 Νοεμβρίου 2005. Η κύρωση έλαβε χώρα στo πλαίσιo Συνόδου Κορυφής της Τριμερούς Συνεργασίας Ελλάδος–Βουλγαρίας-Ρουμανίας, μια πρωτοβουλία που ανέλαβε η χώρα μας, ακριβώς για να προσδώσει μια περισσότερο πανηγυρική χροιά σε ένα τόσο σημαντικό γεγονός και για τις τρεις χώρες. Στην πανηγυρική συνεδρίαση της Βουλής παρευρέθησαν οι Πρόεδροι της Δημοκρατίας των δύο γειτονικών χωρών, ο Γκεόργκι Παρβάνωφ της Βουλγαρίας και ο Τραϊάν Μπασέσκου της Ρουμανίας. Η έγκαιρη αυτή επικύρωση (η Ελλάδα ήταν η 5η από τα 25 κράτη μέλη και η 1η από τα παλαιά μέλη που κύρωσε την Συνθήκη) και η προβολή της αποφασίσθηκαν για να υπογραμμίσουμε την συμβολή της χώρας μας, αλλά και τη σημασία που αποδίδουμε στην ευρωπαϊκή προοπτική των δύο συγκεκριμένων χωρών, όπως άλλωστε και ολόκληρης της Βαλκανικής.
Η Ελλάς συνέβαλε καταλυτικά στην ένταξη των δύο χωρών σε όλα τα επίπεδα: σε τεχνικό επίπεδο, μέσω της μεταφοράς τεχνογνωσίας στους υπό διαπραγμάτευση τομείς, π.χ. Μεταφορές, Δικαιοσύνη, Δημόσια Διοίκηση. Η πλέον σημαντική συνδρομή της χώρας μας, ωστόσο, υπήρξε η πολιτική υποστήριξη της υποψηφιότητας των δύο χωρών. Οι έλληνες εκπρόσωποι σε όλα ανεξαιρέτως τα κοινοτικά όργανα, τόσο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσο και στο Συμβούλιο Υπουργών, υποστήριξαν έμπρακτα και με συνέπεια τις θέσεις των δύο χωρών και συνέβαλαν σε αποφάσεις που διευκόλυναν και επιτάχυναν την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων.
Είναι νομίζω χαρακτηριστικό της ελληνικής στάσης στην ευρωπαϊκή ενταξιακή πορεία των δύο χωρών ότι σε δικές μας προτάσεις προς τους εταίρους οφείλεται τόσο η ημερομηνία λήξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων (2004), όσο και η ενδεικτική ακόμη τότε ημερομηνία ένταξης που σήμερα γίνεται πραγματικότητα. Βεβαίως, η χώρα μας, όπως και τα λοιπά κράτη-μέλη, δεν σταμάτησε ποτέ να προτρέπει τις κυβερνήσεις των δύο χωρών για έγκαιρη υλοποίηση των απαραίτητων εσωτερικών μεταρρυθμίσεων, προκειμένου να επιτευχθεί ο στρατηγικός στόχος της ένταξης.
Τον περασμένο Σεπτέμβριο (26.09.2006), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε την τελευταία Έκθεσή της, με την οποία αποτιμούσε την πρόοδο που έχει σημειώσει η κάθε μία από τις δύο χώρες, σχετικά με την εφαρμογή των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, προτείνοντας στο Συμβούλιο Υπουργών η ένταξή τους να πραγματοποιηθεί έγκαιρα, την 1η Ιανουαρίου 2007. Αξίζει να σημειωθεί ότι η προσχώρηση στην ΕΕ υπό όρους και με ενεργοποίηση προβλεπομένων και συμφωνημένων και από το υπό ένταξη Κράτος μηχανισμών παρακολούθησης της προόδου του, εφαρμόζεται για πρώτη φορά.
Η Ελλάδα αντιλαμβάνεται τα ως άνω «συνοδευτικά μέτρα» που προτείνει η Επιτροπή, ως απαραίτητα για τη διασφάλιση της λειτουργίας των κοινοτικών μηχανισμών. Στηρίζει, εφόσον κρίνονται απαραίτητα, την εφαρμογή των μέτρων αυτών, διότι εγγυώνται την εφαρμογή της Aρχής της Αιρεσιμότητας (Conditionality), η οποία, ως βασική αρχή της ΕΕ, θα πρέπει να διέπει κάθε διαδικασία προσχώρησης. Άλλωστε η απειλή των μέτρων αυτών φαίνεται να λειτουργεί θετικά και για τις δύο χώρες. Πιστεύουμε ότι, μέχρι την ημερομηνία προσχώρησής τους, θα έχουν επιτύχει σημαντική πρόοδο και ότι τα «συνοδευτικά μέτρα» που θα εφαρμοσθούν θα είναι τελικά λιγότερα από αυτά που προτείνονται σήμερα.
Η ένταξη των δύο Βαλκάνιων γειτόνων, πέραν της τεράστιας γεωπολιτικής σημασίας (η πρώτη φορά που δύο χώρες της βαλκανικής χερσονήσου ενσωματώνονται πλέον στην Ένωση, πολιτικά και οικονομικά), έχει βαρύνουσα σημασία για τη χώρα μας:
Πρώτον, αποτελεί εγγύηση για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξή τους και κατ’ επέκταση για την εμπέδωση της σταθερότητος και ειρήνης σε μια περιοχή που τα δύο αυτά αγαθά δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένα.
Δεύτερον, η Ελλάς αποκτά για πρώτη φορά χερσαία σύνορα με την Ευρωπαϊκή Ένωση, και συγκεκριμένα με την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, με όλες τις θετικές επιπτώσεις που αυτή η «φυσική ένωση» συνεπάγεται τόσο σε πολιτικό όσο και σε οικονομικό-εμπορικό επίπεδο.
Ειδικότερα, όσον αφορά τις διμερείς μας οικονομικές και εμπορικές σχέσεις επισημαίνεται, σε σχέση με τη Βουλγαρία, το συνεχές θετικό και σημαντικό εμπορικό ισοζύγιο. Κατά την τελευταία διετία το διμερές εμπόριο με τη Βουλγαρία σημείωσε μεγάλη άνοδο, ενώ οι ελληνικές εξαγωγές διπλασιάστηκαν σε σχέση με τις επιδόσεις προ πενταετίας. Το ύψος των ελληνικών εξαγωγών στη Βουλγαρία (1019,52εκ $για το 2005) κατατάσσει τη χώρα αυτή ως την τρίτη σημαντικότερη αγορά για τα ελληνικά προϊόντα παγκοσμίως. Αναφορικά δε με την ελληνική επενδυτική παρουσία, επισημαίνεται ότι τα ελληνικά κεφάλαια κατά την περίοδο 1996-2005 καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση μεταξύ των ξένων άμεσων επενδύσεων με ύψος επενδυμένου κεφαλαίου 1364,6εκ. €. Κατά το 2005, οι ελληνικές άμεσες επενδύσεις στη Βουλγαρία ανήλθαν σε 180εκ.€ κατατάσσοντας τη χώρα μας στην τέταρτη θέση μεταξύ των ξένων επενδυτών για το διάστημα αυτό. Οι ενεργές ελληνικές επιχειρήσεις στη Βουλγαρία ανέρχονται σήμερα σε 1500 έχοντας συμβάλει στη πολλών δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας, ιδιαίτερα στη Νότια Βουλγαρία, όπου λειτουργούν εργοστάσια-βιοτεχνίες παραγωγής ενδυμάτων και υποδημάτων.
Όσον αφορά τη Ρουμανία, είναι γεγονός ότι οι διμερείς οικονομικές και εμπορικές μας σχέσεις εξελίχθηκαν αρκετά ικανοποιητικά τα τελευταία χρόνια. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η Ελληνική επενδυτική παρουσία στη Ρουμανία, στο πλαίσιο σταθερής και μακροχρόνιας συνεργασίας. Κατά το 2005, οι ελληνικές εξαγωγές παρουσίασαν αύξηση 6,6%, ήτοι, από 385,41εκ € το 2004, σε 408,71 εκ € το 2005. Επιπροσθέτως, η χώρα μας κατατάσσεται μεταξύ των τριών πρώτων ξένων επενδυτών (οι μεγαλύτερες άλλωστε ελληνικές επενδύσεις στα Βαλκάνια έχουν πραγματοποιηθεί στη Ρουμανία), με 800 περίπου ενεργές επιχειρήσεις και συνολικό ελληνικό επενδυμένο κεφάλαιο που υπολογίζεται σε άνω των 3δις €.
Τελευταίο, και εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι η χώρα μας αποκτά δύο φυσικούς συμμάχους εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να επιτύχει ώστε να γίνουν περισσότερο κατανοητές και σεβαστές οι ευαισθησίες και οι ιδιαιτερότητες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, της περιοχής μας. Κυρίως, προσβλέπει και ελπίζει ότι με τους δύο νέους εταίρους θα εργασθούν από κοινού με όραμα και αποφασιστικότητα, προκειμένου να υλοποιηθεί αυτό που η χώρα μας, ήδη από την πρώτη Προεδρία της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, έχει αναγάγει σε στρατηγική προτεραιότητα της βαλκανικής της πολιτικής, ήτοι, την επιτάχυνση της ευρωπαϊκής προοπτικής των υπολοίπων βαλκανικών κρατών και την μακροπρόθεσμη ένταξή τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Δημοσιέυθηκε στην εφημερίδα ΗΜΕΡΗΣΙΑ στις 24/11/2006
Πρόσφατα Νέα
Lorem ipsum dolor sit amet, consectetur adipiscing elit, sed do eiusmod consectetur adipiscing elit, sed do eiusmod
14 Οκτώβριος 2020 - 2:47μμ
5 ΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΡΟΔΟΠΗ ΕΘΕΣΕ ΣΤΟΝ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟ Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ Ο ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ
14 Οκτώβριος 2020 - 1:43μμ
7 ΑΞΟΝΕΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΡΑΚΗ ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ Ο ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ ΣΤΗ ΔΙΑΚΟΜΜΑΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗ ΘΡΑΚΗ
14 Οκτώβριος 2020 - 1:37μμ
