Skip to Navigation

5Η ΘΕΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ Bουλευτική ασυλία (άρθρο 62) και δίωξη κατά μελών της κυβέρνησης (άρθρο 86)

Λέξεις κλειδιά: stylianidis | ANATHEORISH

Ε. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ: «ΠΛΗΡΗΣ ΑΤΙΜΩΡΗΣΙΑ Ή ΤΙΜΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΑΠΕΙΛΟΥΝ ΕΞΙΣΟΥ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ»
«ΚΑΠΟΙΟΙ ΠΟΥ ΜΟΥΤΖΩΝΑΝ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗ, ΕΒΑΛΑΝ ΓΡΑΒΑΤΕΣ ΟΤΑΝ ΜΠΗΚΑΝ ΜΕΣΑ»

Κρίσιμες αποφάσεις διαμόρφωσε η Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, σε σχέση με την Ποινική Ευθύνη Υπουργών ή την Ασυλία των Βουλευτών. Τοποθετούμενος ο Πρόεδρος της Επιτροπής Ευριπίδης Στυλιανίδης δε δίστασε να αναφερθεί στις περιπτώσεις που κάποιοι λαϊκίστικα δίωξαν ποινικά τους πολιτικούς τους αντιπάλους για να τους εξουδετερώσουν πολιτικά, τονίζοντας όμως ότι όλοι πρέπει να είναι ίσοι απέναντι στο νόμο ανεξάρτητα από την ιδιότητα τους. Συγκεκριμένα τόνισε:

ΑΡΘΡΟ 62

Το “Ανεύθυνο του Βουλευτή” στο άρθρο 61Σ και το “ Ακαταδίωκτο του Βουλευτή” στο άρθρο 62Σ οφείλεται σε ιστορικούς, λειτουργικούς και πολιτικούς λόγους της ίδιας της Δημοκρατίας.

Ιστορικά ο βουλευτής προστατεύεται από τυχόν επεμβάσεις της εκτελεστικής εξουσίας εναντίον του για λόγους σκοπιμότητας.

Για το λόγο αυτό η Θεσμική Ασπίδα του βουλευτή εμφανίζεται για πρώτη φορά στο Γαλλικό Σύνταγμα το 1791, στο Θεμελιώδη Νόμο της Βόννης στο άρθρο 46, και στο Σύνταγμα των ΗΠΑ στο άρθρο 1 παράγραφος 6.
Όλα σχεδόν τα Ελληνικά Συντάγματα συμπεριλαμβάνουν ιστορικά σχετικές διατάξεις, όπως π.χ. το άρθρο 56 του Συντάγματος του 1844 και το άρθρο 63 του Συντάγματος του 1864.

Λειτουργικά το άρθρο 62Σ προστατεύει τον Βουλευτή από υστερόβουλες ή πολιτικές διώξεις τρίτων που σκοπίμως θα μπορούσαν να τον εκθέσουν, προκειμένου να τον πλήξουν πολιτικά, εξυπηρετώντας άλλα συμφέροντα και παρεμποδίζοντας την αμερόληπτη και ελεύθερη άσκηση των καθηκόντων του.

Πολιτικά το άρθρο 62 αποσκοπεί να λειτουργεί εμβληματικά ως θεσμική εγγύηση που αποτυπώνει την υπεροχή της Νομοθετικής εξουσίας, η οποία είναι ευθέως δημοκρατικά νομιμοποιημένη από το Λαό.

Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση, ότι ο βουλευτής εξαιρείται εκ της ιδιότητάς του από το γενικό κανόνα της ισότητας όλων ενώπιον του νόμου.

Στο νέο περιβάλλον που δημιουργείται διεθνώς, όσο σταθεροποιούνται και ωριμάζουν οι δημοκρατικοί θεσμοί, τόσο εκλείπει ο δικαιολογητικός λόγος της απολύτου προστασίας του κοινοβουλευτικού.

Αυτό προκύπτει και από σχετικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστήριού Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο αποφάσισε την άρση της βουλευτικής ασυλίας, για πράξεις που δεν σχετίζονται με την άσκηση βουλευτικών καθηκόντων, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 ΕΣΔΑ.
Αυτές οι αποφάσεις είναι “Τσαλκιτζής κατά Ελλάδας 2006”, “Συγγελίδης κατά Ελλάδα 2010” και “Curdova v. Italy 2003”.
Η Νέα Δημοκρατία θεωρεί ότι ο θεσμικός ρόλος του βουλευτή περιφρουρείται στο σύγχρονο περιβάλλον επαρκώς, όταν η βουλευτική ασυλία αφορά όχι σε όλα τα εγκλήματά, αλλά αποκλειστικά σε αδικήματα που τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων του.

Την ευθύνη της αξιολόγησης διατηρεί η ίδια η Βουλή, η οποία έχει την εμπειρία και τη γνώση να κρίνει απροκατάληπτα, αν υποκρύπτεται ή όχι, άλλου είδους σκοπιμότητα πίσω από τη δίωξη του βουλευτή.

Η προστασία αυτή στο μέτρο που παραμένει, απαντά στο λαϊκισμό ακραίων ομάδων που δεν διστάζουν να υβρίζουν το Κοινοβούλιο, ώσπου να εισέλθουν σε αυτό ή να απειλούν τους εκλεγμένους εκπροσώπους του λαού συκοφαντώντας τους και μειώνοντας τους προκειμένου να κλονίσουν με λαϊκίστικο τρόπο, τη σχέση εμπιστοσύνης των πολιτών με τους Αντιπροσώπους που οι ίδιοι εξέλεξαν και άρα οι ίδιοι μπορούν να τους ξαναστείλουν στα σπίτια τους.

Η αναθεωρητική μας πρόταση επιδιώκει να βρει μία έλλογη χρυσή τομή ανάμεσα στην «ατιμωρησία» ενδεχομένως κάποιων επίορκων κοινοβουλευτικών και στην συλλήβδην απαξίωση του Κοινοβουλευτισμού και άρα της Δημοκρατίας μας μέσω της ισοπεδωτικής τιμωρητικότητας.

Δεν πρέπει να παρακολουθήσουμε το εκκρεμές της ακρότητας και του λαϊκισμού, αλλά να αποφασίσουμε με νηφαλιότητα και σωφροσύνη, στοχεύοντας στην αποκατάσταση της ποιότητας του πολιτεύματος μας και της αξιοπιστίας του πολιτικόυ μας προσωπικού.

Άρθρο 86 παράγραφος 3 και ερμηνευτική δήλωση

Το άρθρο 86 δοκιμάζει την αξιοπιστία του πολιτικού μας συστήματος ακόμη περισσότερο από το άρθρο 62, διότι αφορά όχι μόνο στα νομοθετικά ή γενικότερα κοινοβουλευτικά καθήκοντα ενός βουλευτή, αλλά στην άσκηση εξουσίας από έναν Υπουργό.

Πρέπει λοιπόν να επιδιώξει την ισορροπία ανάμεσα στην απόλυτη και απαράδεκτη ατιμωρησία των πολιτικών που ασκούν εκτελεστική εξουσία, η οποία κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ηγεσία τους και την ηθική τους και τους απομακρύνει από τα κοινά.

Προσβάλλει την ποιότητα της δημοκρατίας μας.
Ενισχύει τον λαϊκισμό και την επιρροή των ακραίων.

Από την άλλη την άδικη, στρεβλωτική και απόλυτη τιμωρητικότητα που μπορεί σε κάποιες στιγμές να ικανοποιεί το εγκλωβισμένο λαϊκό αίσθημα, ωστόσο απομακρύνει σοβαρούς ανθρώπους από την πολιτική.
Αποθαρρύνει τους διαχειριστές από το να λαμβάνουν αποφάσεις και να λύνουν προβλήματα, νιώθοντας απροστάτευτοι την επόμενη μέρα.
Εγκαθιδρύει μια απίστευτη αδράνεια στην εκτελεστική εξουσία που οδηγεί σταδιακά στην καταστροφή της πατρίδας.
Ταυτίζει την πολιτική όχι με αποφάσεις που λύνουν προβλήματα, αλλά με μια επιδερμική και φαύλη επικοινωνία.
Η δυναμική της αδράνειας των “μη αποφάσεων” εξαιτίας του φόβου της τιμωρητικότητας εμποτίζει ταχύτατα όλη την ιεραρχία της διοίκησης.
Το κόστος των «μη αποφάσεων» τελικά υπολογίζεται τα τελευταία χρόνια στην χώρα μας τριπλάσιο από το κόστος των “κακών αποφάσεων”.

Σε όλες τις πτυχές της δημόσιας ζωής παύει να καθίσταται κριτήριο αξιολόγησης η ταχύτητα, η ποιότητα και ανταποδοτική για την κοινωνία, την Πολιτεία ή το Έθνος αποτελεσματικότητα.
Όλα αυτά αντικαθίστανται από μια εποχική προκατασκευασμένη εικόνα.
Όποιος αποφασίζει και παράγει αποτελέσματα, συνήθως πληρώνει ακριβά προσωπικό τίμημα.
Ενώ αντίθετα όποιος αδιαφορεί, δεν υπογράφει, αλλά ξέρει να επικοινωνεί περιφερόμενος στα τηλεοπτικά παράθυρα, και να αντικαθιστά την πολιτική με τις δημόσιες σχέσεις, αποκτά υψηλότατες θέσεις δημοφιλίας στην συνείδηση του λαού.

Το ερώτημα που τίθεται είναι:
Είναι αυτό πολιτική;

Πόσο ακριβά θα πρέπει να πληρώσει ακόμα η χώρα μας στην οικονομία, την διοικηση, την εξωτερική και αμυντικής της πολιτική την ευθυνοφοβία των πολιτικών, την τυφλή τιμωρητικότητα των λαϊκιστών ή την ατιμωρησία των ανεύθυνων και ανήθικων αρχόντων;

Στην Ελλάδα η ποινική ευθύνη των Υπουργών και η θέσπιση ιδιώνυμων εγκλημάτων έχει βαθιά ρίζα.

Ξεκινά από το Σύνταγμα του 1922 και τον Νόμο της Επιδαύρου του 1923, το Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827, τα Συντάγματα του 1844, 1864 και 1927.
Η χρήση ή συχνά, η κατάχρηση, των αντίστοιχων διατάξεων οδήγησε ακόμα και σε σπίλωση προσωπικοτήτων ή σε τραγικούς εθνικούς διχασμούς είτε οι κατηγορίες ήταν βάσιμες, είτε αποδείχθηκαν εκ των υστέρων αβάσιμες.
Θυμίζω μερικές αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις για την ιστορία.

• Την καθαίρεση του Υπουργού Οικονομικών Χαράλαμπου Περούκη το 1823, διότι χορήγησε άδεια άλατος άνευ νόμου καθώς και των Α. Μεταξά και Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη από το Εκτελεστικό το 1824.

• Την παραπομπή του Υπουργού Οικονομικών του Κωλέττη, του Νίκου Πανηρόπουλου το 1824 που παραπέμφθηκε για πλαστογραφία πρωτοκόλλων σιτηρών και αθωώθηκε

• Το 1822 προτάθηκε η παραπομπή του Πρωθυπουργού Αλέξανδρου Κουμουνδούρου για το έλλειμμα του Ταμείου Θηβών αλλά δεν ελήφθη απόφαση, καθώς και του Τρικούπη για μη εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων και παράνομη δανειοδότηση ως Π/Θ και Υπουργού Στρατιωτικών. Το ίδιο και για τους Υπουργούς Γ. Θεοτόκη, Στέφανο Δραγούμη, Ν. Τσαμαδό, Δημ. Βουλιπιώτη, η οποία απορρίφθηκε το 1892.

• Κατά τον εθνικό διχασμό παραπέμφθηκαν από την κυβερνητική πλειοψηφία των Φιλελευθέρων του 1927 να δικαστούν, οι κυβερνήσεις 1915-1917 των Στέφανου Σκαλούδη, Σπυρίδωνος Λάμπρου και Δημητρίου Γούναρη για εσχάτη προδοσία, αλλά δεν περατώθηκαν οι δίκες.

• Το 1830 καταδικάστηκε από τριανταμελή Επιτροπή Γερουσίας ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος σε διετή φυλάκιση για ζημιές στο Δημόσιο με διοικητικές του συμβάσεις.
• Το 1933 είχαμε πρόταση παραπομπής του τ. ΠτΔ Αλεξάνδρου Ζαΐμη, η οποία ανεκκλήθη καθώς και παραπομπή του Ελ. Βενιζέλου ως ηθικού αυτουργού του Κινήματος Πλαστήρα. Του χορηγήθηκε αμνηστία μετά την απόπειρα δολοφονίας σε βάρος του (6.6.1933).

• Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο καταδικάστηκε σε 2 χρόνια με αναστολή ο Υπουργός Π. Χατζηπάνος.

• Το 1965 απερρίφθη λόγω παραγραφής η πρότασή παραπομπής του Κων/νου Καραμανλή και των Υπουργών
Πρωτοπαπαδάκη, Λ. Μπουρνιά, Δ. Χέλμη, Ν. Μάρτη και Παναγή Παπαληγούρα για εκ προθέσεως βλάβη των συμφερόντων του κράτους καθώς και του Υπουργού Αβέρωφ και τωνΥφυπουργών για παράνομη διαχείριση μυστικών κονδυλίων.

• Υπό το Σύνταγμα του 1975 καταδικάστηκε σε 3 έτη φυλάκισης ο Αν. Υπουργός Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ Ν. Αθανασόπουλος για ηθική αυτουργία σε παραποίηση εγγράφων.
• Το 1989 παραπέμφθηκε ο Πρωθυπουργός Α. Παπανδρέου και οι Υπουργοί Κουτσογιωργας, Δ. Τσοβόλας και Ν. Πέτσος.

• Το 1994 παραπέμφθηκε επί κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ ο Πρωθυπουργός της προηγούμενης κυβέρνησης Κ. Μητσοτάκης και ανεστάλη επ’ αορίστου η παραπομπή του.

• Το 2014 επί ΝΔ παραπέμφθηκε και καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους για νόθευση εγγράφου στην υπόθεση Λίστας Λαγκαρντ ο Υπ. Οικονομικών του ΠΑΣΟΚ Γ. Παπακωνσταντίνου.

Η ιστορική αυτή διαδρομή είναι ίσως διδακτική τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον, γιατί μας δείχνει όχι μόνο πόσο χρήσιμο είναι να αντιμετωπίζεται ο Υπουργός ως ίσος ενώπιον του νόμου με τους απλούς πολίτες, αλλά και πόσο αναγκαίο είναι να θωρακίζεται κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ώστε να μην εργαλειοποιείται στα χέρια των πολιτικών του αντιπάλων ή άλλων ισχυρών λαϊκίστικών ή εξωθεσμικών διαπλεκόμενων συμφερόντων το άρθρο 86 παρ. 3 οδηγώντας σε σπίλωση του προσώπου, σε αδρανοποίηση του πολιτικού και εν τέλει σε εθνικό, κοινωνικό και πολιτικό διχασμό.

Κανένας δεν είναι υπεράνω του νόμου και κανένας όμως δεν δικαιούται να τον χρησιμοποιεί υστερόβουλα και εκδικητικά έχοντας ως κριτήριο όχι το συμφέρον της χώρας, αλλά την μικροκομματική ή προσωπική του υστεροβουλία.

Σε εκτέλεση της συνταγματικής διάταξης του άρθρου 80 του 1864 εκδόθηκε νόμος (ΦΠ Στ/22.12.1876 που τροποποιήθηκε με τον νόμο ΧΕ/11.3.1877), ο οποίος ίσχυε για 100 σχεδόν χρόνια (μέχρι την έκδοση του Ν.Δ. 802/1971).
Η αποσβεστική προθεσμία τέθηκε για πρώτη φορά στο Σύνταγμα με την αναθεώρηση του 2001 στο 86 παρ. 3 και τότε ακριβώς διπλασιάστηκε ο σχετικός χρόνος που προέβλεπε το ΝΔ 802/1971 από μια σε δυο βουλευτικές Συνόδους.
Σε εκτέλεση της νέας συνταγματικής διάταξης εκδόθηκε ο Ν.3126/2003 για την Ποινική Ευθύνη των Υπουργών.
Θεωρώ ότι η πρόταση της Ν.Δ. να απαλείψει από το άρθρο 86 παρ. 3 Σ. την αποσβεστική προθεσμία για τα αδικήματα των Υπουργών παραπέμποντάς την στον νόμο, εξισώσει την αντιμετώπισή των Υπουργών με τους κοινούς πολίτες ενώπιον του νόμου, χωρίς να εγκαταλείπει την θωράκιση των υπεύθυνων και ηθικών πολιτικών που είναι διατεθειμένοι να πάρουν αποφάσεις για το καλό της πατρίδας μας.
Αντίθετα, θεωρώ υπερβολική και επικίνδυνη την ερμηνευτική δήλωση που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ ζητώντας αναδρομική ισχύ στην αναζήτηση της ποινικής ευθύνης Υπουργού.
Προσκρούει στην θεμελιώδη αρχή του δικαίου «nullum crimen, nulla poena, sine lege».
«Κανένα έγκλημα, καμία ποινή χωρίς νόμο»
Η εκ των υστέρων δίωξη Υπουργών για υποτιθέμενα ποινικά αδικήματα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, που διαπράχθηκαν όταν δεν ίσχυε η συγκεκριμένη διάταξη, νομικά εκθέτουν την Χώρα διότι έρχεται σε αντίθεση με βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες καθώς και με την σύγχρονη νομολογία του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Πολιτικά δημιουργούν περιβάλλον ρεβανσισμού που μαθηματικά όμως μας διδάσκει η ιστορία ότι οδηγεί σε ένα νέο Εθνικό Διχασμό.
Υπ’ αυτή την έννοια, η δικαστικοποίηση της πολιτικής και η πολιτικοποίηση της δικαιοσύνης, είναι εξίσου επικίνδυνα φαινόμενα για την Δημοκρατία.
Για αυτό η πολιτική οφείλει να πάψει να επεμβαίνει στην ανεξαρτησία της δικαιοσύνης επαινώντας ή κατηγορώντας την και φορτώνοντάς την τις δικές τις αδυναμίες να πάρει αποφάσεις.
Οι δικαστικές διαφωνίες πρέπει να λύνονται στις αίθουσες των δικαστηρίων και οι πολιτικές διαφωνίες στο Κοινοβούλιο ή ενώπιων του λαού.
Για τους λόγους αυτούς πιστεύω, ότι θα πρέπει να καταψηφιστεί η ερμηνευτική δήλωση του ΣΥΡΙΖΑ και να καταργηθεί η αποσβεστική προθεσμία στο Σύνταγμα, αφήνοντας τον νομοθέτη να ρυθμίσει τα περαιτέρω.
Αυτό είναι χρήσιμο, αν θέλουμε η πολιτική να επιστρέψει, η δικαιοσύνη να λειτουργήσει και η Ελλάδα να κυβερνηθεί προς όφελος του λαού και του Έθνους μας.