Skip to Navigation

2η ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΤΗΣ 9ης ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, 19/11/2019

(Άρθρο 3 παρ. 1,2,3,ερμηνευτική, άρθρο 13 παρ. 5, άρθρο 33 παρ. 2, άρθρο 59 παρ. 1,2, άρθρο 5 παρ. 2, άρθρο 21 παρ. 1,3, προσθήκη 7, άρθρο 22 παρ. 1,2,4,5, άρθρο 25 παρ. 3)

Άρθρο 3 παρ. 1,2,3, ερμηνευτική, άρθρο 13 παρ. 5, άρθρο 33 παρ. 5 και άρθρο 59 παρ. 1,2 (Σχέσεις Κράτους- Εκκλησίας)

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Μέσα σε ένα ρευστό, απρόβλεπτο και ραγδαία μεταβαλλόμενο περιβάλλον, που η παγκοσμιοποίηση συνθλίβει εθνικές ταυτότητες, κλονίζει κρατικές οικονομίες και «κλωνοποιεί» πολιτιστικά μοντέλα, η Ευρώπη παρά τη μεγάλη κρίση που βιώνει, καλείται να προστατεύσει τον πολυπολιτιστικό της χαρακτήρα, να σεβαστεί τις ιδιαιτερότητές των κρατών-μελών της και να μετεξελίξει τη διαφορετικότητα και την παράδοση της κάθε Εθνικής Κοινωνίας από αιτία σύγκρουσης, δηλαδή μειονέκτημα του παρελθόντος, σε αφορμή συνάντησης και συνεννόησης των πολιτισμών, δηλαδή σε συγκριτικό πλεονέκτημα του μέλλοντος.

Εργαλείο για την επίτευξη αυτού του στόχου, εκτός από το νεότευκτο Κοινό Ευρωπαϊκό Θεσμικό Πλαίσιο είναι και τα Εθνικά Συντάγματα.

Το Εληνικό Σύνταγμα από το 1975 και μετά αποδεικνύεται ανθεκτικό, επειδή συνδυάζει τον αυστηρό με τον ανοιχτό του χαρακτήρα.

Είναι αυστηρό, διότι διαφυλάττει αναθεώρητο, σε δέσμη συγκεκριμένων διατάξεων που αναφέρονται στο άρθρο 110 Σ., τον Αξιακό Κώδικα του Πολιτισμού μας και τον σκληρό πυρήνα του Δημοκρατικού μας Πολιτεύματος.
Ένα από τα άρθρα αυτά είναι το 13 παρ.1 Σ. περί Θρησκευτικής Ελευθερίας και σε αυτό θα επανέλθω.

Είναι επίσης ανοιχτό, διότι αφήνει περιθώρια προσαρμογής στον κοινό νομοθέτη και ευελιξία παρακολούθησης των Ευρωπαϊκών και Διεθνών εξελίξεων, ώστε να μην ξεπεραστεί ή οδηγηθεί σε θραύση το θεσμικό μας πλαίσιο.

Το Ευρωπαϊκό πλαίσιο που είναι υπερνομοθετικής ισχύος, όσον αφορά στην εξεταζόμενη σχέση κράτους-εκκλησίας είναι σαφές:

• Η Ευρωπαϊκή Συνθήκη του Άμστερνταμ στο άρθρο 11 δέχεται ότι: « Η Ευρωπαϊκή Ένωση σέβεται και δεν προδικάζει το σύμφωνο προς το εθνικό καθεστώς των Εκκλησιών και των Θρησκευτικών ενώσεων ή κοινοτήτων στα κράτη μέλη, ενώ σέβεται και το καθεστώς των ομολογιακών και φιλοσοφικών ενώσεων».

• Στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στο Χάρτη Θεμελιωδών Ελευθεριών δεν υπάρχει ρητά γραμμένη η αφηρημένη έννοια του «Ουδετερόθρησκου Κράτους», αλλά συνάγεται από την έννοια της Θρησκευτικής Ελευθερίας του άρθρου 9 Σ. που είναι ευρύτερη.

• Άρα σε κάθε Κράτος από τα 47 μέλη της Μεγάλης Ευρώπης, η σχέση Πολιτείας - Εκκλησίας ρυθμίζεται με διαφορετικό τρόπο, στη βάση της ιστορικής και συνταγματικής τους παραδόσης, αλλά πάντα υπό το πρίσμα της θρησκευτικής ελευθερίας, όπως την ερμηνεύει το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, απόφαση LAUTSI για το σταυρό στις σχολικές τάξεις στην Ιταλία.

Ακόμα και στις ΗΠΑ, το κατεξοχήν ουδετερόθρησκο κράτος, είναι αδιανόητη η απαγόρευση του θρησκευτικού φαινομένου στο δημόσιο χώρο. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ ορκίζεται δημόσια επί της Βίβλου.

• Ο τρόπος με τον οποίο η πλειοψηφία της προ-αναθεωρητικής Βουλής του ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει να αναθεωρήσει τις διατάξεις των άρθρων 3 παράγραφοι 1,2,3 Σ. και να θεσπίσει σχετική ερμηνευτική δήλωση καθώς και 13 παράγραφος 5 Σ., αποτελεί ιδεολογικοποίηση της αναθεωρητικής διαδικασίας και όχι θεσμική εθνικοπολιτική και δικαιοπολιτική προσέγγιση.

• Το αφηρημένο της έννοιας «ουδετερόθρησκο κράτος» οδηγεί μάλλον σε ένα κράτος «θρησκευτικά αδιάφορο», κάτι που σαφώς μπορεί να κλονίσει τον Αξιακό Πυρήνα του Συντάγματός μας και να μας απομακρύνει από τη Συνταγματική και ιστορική μας ρίζα.

• Το κατεξοχήν άρθρο που προσδιορίζει τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας δεν είναι το άρθρο 3 του Συντάγματος, το οποίο περισσότερο αποτυπώνει την ιστορική και Συνταγματική μας παράδοση από τα πρώτα Ελληνική Συντάγματα μέχρι σήμερα, αλλά το άρθρο 13 παράγραφος 1 Σ. που αποτελεί θεμελιώδη διάταξη που σύμφωνα με το 110 παράγραφος 1 του Συντάγματος δεν αναθεωρείται.

Η θεμελιώδης έννοια της Θρησκευτικής Ελευθερίας μάλιστα δεν προσδιορίζει μόνο τη σχέση Κράτους και Ορθόδοξης Εκκλησίας αλλά και τη Σχέση του Κράτους και με όλες τις άλλες θρησκείες, τα δόγματα και εν γένει τις θρησκευτικές κοινότητες.

• Οι σχέσεις αυτές είναι ήδη με επιτυχία Συνταγματικά ρυθμισμένες και μάλιστα στη βάση και του άρθρου 4 Σ. που κατοχυρώνει την θρησκευτική ισότητα. Κάθε λοιπόν ιδεοληπτική επαναπροσέγγιση των άρθρων 3 Σ. και 13 Σ. είναι άστοχη, διότι δεν μπορεί να διαταράξει μία επιτυχή και τη λειτουργική ομαλότητα των τελευταίων 44 ετών.

• Πέραν αυτού, τα ιδεολογικοπολιτικά παιχνίδια με τα άρθρα 3 Σ. και 13 Σ. μπορεί να ακουμπήσουν σε μια ευαίσθητη περίοδο, διεθνώς και ένα δεύτερο σύστημα σχέσεων έξω από τη σχέση Κράτους-Ορθοδόξου Εκκλησίας-άλλων δογμάτων.

Το δεύτερο αυτό σύστημα σχέσεων είναι αυτό μεταξύ Ελληνικού Κράτους - Εκκλησίας της Ελλάδος - Οικουμενικού Πατριαρχείου ως "NOMIKOY ΠPOΣΩΠOY ΔIEΘNOYΣ ΔHMOΣIOY ΔIKAIOY".
Αυτή η σχέση προσδιορίστηκε με επιτυχία στο παρελθόν και δεν πρέπει επουδενί να επιτρέψουμε να κλονιστεί (ΣYNOΔIKOΣ TOMOΣ TOY 1850, ΣYNOΔIKH ΠPAΞH TOY 1828)

• Για να διαμορφωθεί και να εδραιωθεί ένα τέτοιο πλέγμα σχέσεων που προστατεύει την ιστορική μας ρίζα, και τη πολιτιστική μας ταυτότητα, που σέβεται τη διαφορετικότητα των άλλων δογμάτων και κάνει πράξη την απόλυτη θρησκευτική ελευθερία, που αναγνωρίζει την μεγάλη συνεισφορά της Ορθοδοξίας στο Έθνος και τη δημοκρατική λειτουργία της Πολιτείας, έγιναν πολλοί αγώνες και απίστευτες θυσίες, τόσο από κληρικούς όσο και από λαϊκούς.

Το ιδιαίτερο νομικό αυτό καθεστώς του Οικουμενικού μας Πατριαρχείου, της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας μας, του Αγίου Όρους, της διακριτής και οριοθετημένης σχέσης Πολιτείας και Εκκλησίας, του απόλυτου σεβασμού των άλλων δογμάτων, το προστατεύσαμε και το διασώσαμε ακόμη και εντός του "EYPΩΠAIKOY KEKTHMENOY".
Λειτούργησε με επιτυχία και χωρίς κανένα πρόβλημα σε συνταγματικό επίπεδο.

Αν θέλουμε λοιπόν να κάνουμε κάποιες προσαρμογές στη νέα εποχή, τότε κατάλληλος είναι ο κοινός Νομοθέτης που διαθέτει μεγαλύτερη ευελιξία και ταχύτητα, χωρίς να αγγίζει τον αξιακό μας πυρήνα.
Για τους λόγους αυτούς, η Νέα Δημοκρατία δεν συμπράττει σε αυτή την ιδεολογικά φορτισμένη αλλά θεσμικά άστοχη αναθεωρητική προσέγγιση των σχετικών άρθρων 3 και 13

Aνθρώπινα Δικαιώματα

Η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των ατομικών ελευθεριών στην πράξη, όπως αποδεικνύει η ιστορία, δεν είναι αποτέλεσμα μιας απλά λεπτομερούς εξαντλητικής θετικιστικής προσέγγισης.

Είναι θέμα κυρίαρχης αντίληψης και νοοτροπίας αυτών που ασκούν την εκάστοτε εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική εξουσία.
Μία λεπτομερής και εξαντλητική αποτύπωση στο Σύνταγμα, συχνά μπορεί να λειτουργήσει περιοριστικά αφήνοντας ακάλυπτα πεδία ελευθερίας.

Ένα Σύνταγμα αυστηρό και παράλληλα δύσκαμπτο, δηλαδή όχι ανοιχτό στις εξελίξεις, μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε θραύση του θεσμικού πλαισίου ή να ξεπεραστεί στην πράξη από τα σύγχρονα δεδομένα.

Για τους λόγους αυτούς, θεωρώ υπερβολικές τις παρεμβάσεις στο συγκεκριμένο αναθεωρητικό κεφάλαιο, εκτός ίσως από αυτήν της κατοχύρωσης ενός Συστήματος Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος που προτείνουμε στο άρθρο 21 παράγραφος 1 του Συντάγματος.

ΑΡΘΡΟ 21 παρ.1 (Σύστημα Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος)

Αυτή η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας θωρακίζει ακόμα περισσότερο την οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και της προαγωγής του Έθνους. Άλλωστε αυτό αποδείχτηκε κατά τη διάρκεια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης, όταν η Ελληνική Οικογένεια ήταν αυτή που κράτησε όρθια την κοινωνία.

Την ώρα που το Κράτος και οι κοινωνικές του πολιτικές κατέρρεαν. Οι γιαγιάδες και οι παππούδες με τις περικομμένες συντάξεις συνέχισαν να σπουδάζουν τα εγγόνια τους και να κρατούν όρθια τα παιδιά τους, δείχνοντας ποιο είναι τελικά, πέρα και πάνω από κρατικιστικές ιδεοληψίες, το ισχυρό κύτταρο της Ελληνικής Κοινωνίας.

Η ανάγκη αξιοπρεπούς διαβίωσης, άλλωστε, που στοχεύουμε να κατοχυρώσουμε με την πρότασή μας, έχει αναγνωριστεί ήδη νομολογιακά από τις πρόσφατες αποφάσεις του ΣτΕ.

Την απόφαση 668/2012 της Ολομέλειας που αναφέρεται στην αξιοπρεπή διαβίωση των οικονομικώς ασθενεστέρων και το δικαίωμά τους για αποτελεσματική παροχή περίθαλψης, πρόνοιας και κοινωνικής ασφάλισης.

Επίσης την απόφαση 2287/2015 της Ολομέλειας του ΣτΕ που συνδέει την αξιοπρεπή διαβίωση των συνταξιούχων με εισόδημα ικανό να εξασφαλίσει όχι μόνο τους όρους της φυσικής υπόστασης (διατροφή, ένδυση, στέγαση, θέρμανση και τα λοιπά) αλλά και τη δυνατότητα συμμετοχής στην κοινωνική ζωή.

Η αναγνώριση του εισοδήματος ως μέσου αξιοπρεπούς διαβίωσης εδράζεται στην προστασία της Αξίας του Ανθρώπου και στην Αρχή του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου, όπως αυτό για πρώτη φορά αναγνωρίστηκε και από το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας σε σχετική του απόφαση στις 9/2/2010 (BVerfG 9.2.2010,-1 BvL 1/09, -1 BvL 3/09, -1 BvL 4/09).
Σε αντίστοιχη κατοχύρωση του Συντάγματος έχουν ήδη προχωρήσει η Ιρλανδία στο άρθρο 45 παράγραφος 2 του Συντάγματος και η Ρουμανία στο άρθρο 47 παράγραφος 1 Σ.

ΑΡΘΡΟ 5 παρ. 2 (προστασία ταυτότητας φύλου)

Θεωρώ εκ του περισσού την πρόταση της Αντιπολίτευσης για τη Συνταγματική προστασία της ταυτότητας φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού στο άρθρο 5 παρ. 2 Σ., διότι πιστεύω ότι είναι πλήρως και επαρκώς προστατευμένα και τα δύο, τόσο θεσμικά όσο και νομολογιακά.
Συγκεκριμένα κυρωθείσες διεθνείς συνθήκες προστατεύουν υπέρνομοθετικά και ίσως πιο ισχυρά από άποψη τυπικής ισχύος τα παραπάνω δικαιώματα.

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που κυρώθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 53/1974 στο άρθρο 14 λέει :
«Η χρήσις των αναγνωριζομένων εν τη παρούση Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθή ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως»

Ανάλογα η Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο άρθρο 14 παρ. 1 προβλέπει την ανάληψη δράσης του Συμβουλίου, για διακρίσεις εκτός των άλλων λόγω φύλου ή γενετήσιου προσανατολισμού.

Αντίστοιχη απαγόρευση διάκρισης λόγω φύλου ή γενετήσιου προσανατολισμού προβλέπει και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο άρθρο 21 «Απαγόρευση Διακρίσεων», όπως κυρώθηκε από το νόμο 3671/2008.

Η Ελλάδα με το νόμο 3891/2010 κύρωσε και την Οδηγία 2006/54/ΕΚ για την αρχή ίσων ευκαιριών-ανεξαρτήτως φύλου - σε θέματα εργασίας και απασχόλησης.

Στην ίδια κατεύθυνση διαμορφώθηκε και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστήριου του Ανθρώπου στις αποφάσεις Smith and Grady vs the United Kingdom (1999) και Kristin Goodwin vs the United Kingdom (2002).

Η ταυτότητα φύλου και ο σεξουαλικός προσανατολισμός αναγνωρίζονται και με την Ελληνική νομοθεσία, κατά την εφαρμογή όλων των παραπάνω με τους νομούς 4285/2014 κατά του ρατσισμού και της ξενοφοβίας και τον 4491/2017 Νομική αναγνώριση της ταυτότητας φύλου.

Ως εκ τούτου θεωρώ υπερβολική την κατοχύρωση στο Σύνταγμα που μπορεί να οδηγήσει ίσως σε αποδυνάμωση προστασίας άλλων δικαιωμάτων που δεν αναφέρονται ρητά.
Άλλωστε και διεθνώς οι μόνες χώρες που τα έχουν κατοχυρώσει είναι:

Ταυτότητα φύλου:
Βολιβία (άρθρο 14 παράγραφος 2)
Ισημερινός (άρθρο 11 παράγραφος 2)
Μάλτα (άρθρο 32)
Φίτζι (άρθρο 26 παράγραφος 3)

Σεξουαλικός προσανατολισμός:
Βολιβία (άρθρο 14 παράγραφος 2)
Ισημερινός (άρθρο 11 παράγραφος 2)
Κουβά (άρθρο 42)
Μάλτα (άρθρο 32)
Μεξικό (άρθρο 1)
Νέα Ζηλανδία (άρθρο 21)
Νότιος Αφρική (άρθρο 9 παράγραφος 3)
Πορτογαλία (άρθρο 13 παράγραφος 2)
Σουηδία (άρθρο 2)
Φίτζι (άρθρο 26 παράγραφος 3)

ΑΡΘΡΟ 21 παρ. 3 Σ.:(Δικαίωμα στην προστασία της υγείας)

Θεωρώ υπερβολική την πρόταση ΣΥΡΙΖΑ για το άρθρο 21 παράγραφος 3, διότι πιστεύω ότι το δικαίωμα στην υγεία είναι απολύτως κατοχυρωμένο από το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο.
Συγκεκριμένα :
Ο νόμος 1397/1983, όπως επανήλθε με το νόμο 2194/1994 για το Εθνικό Σύστημα Υγείας, προστατεύει και εξειδικεύει το συγκεκριμένο δικαίωμα που η Ελλάς κατοχύρωσε τόσο με την κύρωση του νόμου 3671/2008 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ στο άρθρο 35 περί προστασίας της υγείας, όσο και με το Αναθεωρημένο Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη του Συμβούλιο της Ευρώπης στο άρθρο 11 (Δικαίωμα στην Προστασία της Υγείας) και 13(Δικαίωμα στην κοινωνική και ιατρική πρόνοια) με το νόμο 4359/2016.

Η επιμονή αυτή της αντιπολίτευσης προφανώς και θέλει να επιβάλλει έμμεσα τον περιορισμό της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στον τομέα της υγείας.
Αυτό που δεν συνειδητοποιεί όμως είναι ότι η λύση δεν προσφέρεται από ιδεοληπτικές προσεγγίσεις.

Στόχος πρέπει να είναι η ποιότητα των υπηρεσιών, ανεξάρτητα αν είναι δημόσιες ή ιδιωτικές και φυσικά η προσβασιμότητα σε αυτές από όλους τους πολίτες.

ΑΡΘΡΟ 21 παρ. 7 (Προστασία κοινωνικών αγαθών)

Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ στο άρθρο 21 παράγραφος 7 είναι αόριστη και ιδεολογικά φορτισμένη.
Ποια είναι τα βασικά κοινωνικά αγαθά;
Μόνο το νερό και η ενέργεια;
Τι θα πει δημόσιος έλεγχος;
Αναφέρεται στο ιδιοκτησιακό καθεστώς ;

Στην πράξη το ζήτημα έχει επιλυθεί, διότι την απελευθέρωση των πρώην μονοπωλίων, τη συνόδευσε η λειτουργία Ανεξάρτητων Αρχών, που διασφαλίζουν το δημόσιο συμφέρον και την προστασία των Καταναλωτών μέσω της εποπτείας και της ρύθμισης της αγοράς.

Σύμφωνα με το νόμο 2773/1994 η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας παρακολουθεί και ελέγχει τη λειτουργία της αγοράς, τηρεί τους κανόνες ανταγωνισμού και προστατεύει τους καταναλωτές.

Επίσης η Οδηγία 96/92/ΕΚ στο άρθρο 22 προβλέπει ότι:
«τα κράτη-μέλη δημιουργούν κατάλληλους και αποτελεσματικούς μηχανισμούς για τη ρύθμιση, τον έλεγχο και τη διαφάνεια, προκειμένου να αποφεύγεται κάθε κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης και δη εις βάρος των Καταναλωτών καθώς και κάθε εξοντωτική συμπεριφορά».

Παρότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ουδέτερη αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των δικτύων κοινής ωφέλειας, τον αποφασιστικό ρόλο για την προστασία των καταναλωτών έναντι κρατικών ή ιδιωτικών μονοπωλίων ή έναντι της δεσπόζουσας θέσης, φαίνεται πανευρωπαϊκά να διαδραματίζει η εποπτεία των Ανεξάρτητων Ρυθμιστικών Αρχών.

Σε κάθε περίπτωση η ένταξη στο Σύνταγμα τέτοιων διατάξεων, δημιουργεί δυσκαμψία που δεν θα επιτρέπει τη χώρα να παρακολουθεί τις εξελίξεις, με συνέπειες τόσο στην οικονομία όσο και στην κοινωνία.

ΑΡΘΡΟ 22 παρ. 1,2,4,5 (Εργασιακά δικαιώματα)

Ευφυώς ο εισηγητής μας στην Προτείνουσα Βουλή και σημερινός Πρόεδρος του Κοινοβουλίου κ. Κ. Τασούλας αποκάλεσε αυτό το σύμπλεγμα διατάξεων του άρθρου 22 που εισηγείται ο ΣΥΡΙΖΑ «Σύνταγμα της Ευτυχίας».
Πώς τεκμαίρεται αυτό;

Η πρόταση της αντιπολίτευσης εμπεριέχει αυτονόητα δικαιώματα που ούτως ή άλλως κατοχυρώνονται, τόσο στο Ευρωπαϊκό όσο και στο Συνταγματικό μας πλαίσιο, όπως π.χ. η απαγόρευση της διάκρισης λόγω ηλικίας (ΕΣΔΑ άρθρο 14, Συνθήκη για την Λειτουργία της ΕΕ άρθρο 19 παράγραφος 1, Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων ΕΕ άρθρο 21, οδηγία 2000/78/ΕΚ όπως κυρώθηκε με νόμο 4443/2016.

Επίσης η πρόταση ΣΥΡΙΖΑ εμπεριέχει ιδεολογικά φορτισμένες ευχές, που έχουν κριθεί νομολογιακά σε Εθνικό επίπεδο και θεσμικά σε Ευρωπαϊκό ή Διεθνές επίπεδο. Συγκεκριμένα η πρόταση για μονομερή προσφυγή των κοινωνικών εταίρων στη διαιτησία και ο περιορισμός του αντικειμένου της αποκλειστικά στον καθορισμό του βασικού μισθού, αντίκειται στο Σύνταγμα (Άρθρο 22 παράγραφος 2), όπως αποφάσισε το ΣτΕ 2307/2014.

Σε διεθνές επίπεδο για «εκούσιες διαπραγματεύσεις» κάνουν λόγο η Διεθνής Σύμβαση 98/1949 του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας, όπως κυρώθηκε από το Ν.Δ. 4205/1961.Επίσης η διεθνής σύμβαση 151/1978 και 154/1981 του Διεθνούς Οργανισμού Εργασίας.

Τέλος ο Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, όπως κυρώθηκε με το νόμο 1426/1984 στο άρθρο 6 (Δικαίωμα Συλλογικής Διαπραγμάτευσης) τονίζει:
«Για εξασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος της συλλογικής διαπραγμάτευσης, τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση :

1. Να ευνοούν την ισομερή συνεννόηση μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων

2. Να προωθούν, όταν αυτό είναι αναγκαίο και σκόπιμο, την καθιέρωση διαδικασιών εκούσιας διαπραγματεύσης μεταξύ των εργοδοτών ή των οργανώσεων των εργοδοτών αφενός και των οργανώσεων των εργαζομένων αφετέρου, προκειμένου να ρυθμίζονται οι όροι απασχόλησης με συλλογικές συμβάσεις

3. Να ευνοούν την καθιέρωση και χρησιμοποίηση κατάλληλων διαδικασιών συναλλαγής και διαιτησίας για τη ρύθμιση των εργασιακών διαφορών».

Ως εκ τούτου η πρόταση ΣΥΡΙΖΑ είναι εντελώς εκτός του Διεθνούς και Ευρωπαϊκού πλαισίου που ισχύει και δεσμεύει και τη χώρα μας έτσι κι αλλιώς.

Αντίστοιχα ουτοπική είναι και η πρόταση ΣΥΡΙΖΑ που αφορά στο άρθρο 22 παράγραφος 4 για την απαγόρευση επίταξης υπηρεσιών ως μέτρο αντιμετώπισης των συνεπειών της απεργίας.

Για το θέμα αυτό έχει αποφανθεί τεκμηριωμένα η Ολομέλεια του ΣτΕ με την απόφαση 1623/2012 για την παροχή ζωτικών υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο και την προστασία της Δημόσιας Υγείας.

Επίσης ανάλογη ισορροπία έχει κρατήσει και ο κοινός νομοθέτης στο νόμο 4325/2015, νόμο 3536/2007 και νομοθετικό διάταγμα 17/1974.

Η συνταγματοποίηση της απαγόρευσης επίταξης σε περιπτώσεις παρατεταμένων απεργιών που διαταράσσουν την κοινωνική ζωή μπορεί να δημιουργήσει σοβαρούς κινδύνους.
Αυτό άλλωστε το ομολογεί και η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας στο 81ο Διεθνές Εργασιακό Συνέδριο με τη διακήρυξη της, στη Γενεύη της Ελβετίας το 1994.

ΑΡΘΡΟ 22 παρ. 5 (Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλισης)

H πραγματοποίηση ενός Συστήματος Κοινωνικής Ασφάλισης που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ στο άρθρο 22 παρ. 5 Σ. θα προκαλέσει ανυπέρβλητα προβλήματα, αν αυτό βρεθεί αντιμέτωπο με την ανεπάρκεια πόρων λόγω ανεργίας ή δημογραφικού.

Η υφιστάμενη διάταξη είναι επαρκώς γενική και για αυτό αφήνει την ευελιξία στον κοινό νομοθέτη να προσαρμόζει το ασφαλιστικό σύστημα στις μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες ισορροπώντας, όπως τα περισσότερα κράτη ανάμεσα στο Διανεμητικό και Κεφαλαιοποιητικό σύστημα.

Αυτό κατοχυρώνεται και με την απόφαση 2180/2004 της Ολομέλειας του ΣτΕ,
η οποία αναγνωρίζει ρητά την ευρεία εξουσία του κοινού νομοθέτη στο πλαίσιο πάντα του Συντάγματος.
Μην ξεχνούμε, ότι πρόσφατες αποφάσεις έκριναν αντισυνταγματικές, κύριες διατάξεις του νομού 4387/2016 (όπως ΣτΕ Ολομέλεια 1880/ 2019, 1882/2019 1888/2019 1889/2019 1890/2019 1891/2019).

ΑΡΘΡΟ 25 παρ. 3 Σ. (κατάργηση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος)

Τέλος η πρόταση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για κατάργηση της διάταξης του άρθρου 25 παράγραφος 3 Σ. περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την προστασία του πυρήνα των δικαιωμάτων, διότι εξ ορισμού καταχρηστική είναι η άσκηση δικαιώματος, όταν γίνεται με σκοπό προδήλως διαφορετικό από εκείνον για τον οποίο θεσπίστηκε.

Επίσης είναι προφανές ότι η πρόταση κατάργησης συγκρούεται ευθέως με το Ευρωπαϊκό και Διεθνές Δίκαιο που την κατοχυρώνει, το οποίο η Ελλάδα έχει βεβαίως επικυρώσει όπως:
το άρθρο 17 (απαγόρευση κατάχρηση δικαιώματος) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου,
το άρθρο 54 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ
καθώς και την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου 2009 Mirolubοvs and others vs Latvia.

Aρκετές χώρες προβλέπουν την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος στο Σύνταγμά τους, όπως π.χ. η Γερμανία στο άρθρο 18 GG.

Η αρχή της επιείκειας που επικαλείται η Αντιπολίτευση είναι αόριστη θεωρητικά και νομολογιακά έννοια που θα προκαλέσει ανασφάλεια δικαίου.
Αντίθετα συναφής και νομολογιακά διαμορφωμένη έννοια είναι η αρχή της αναλογικότητας, που προβλέπεται στο άρθρο 25 παράγραφος 1 του Συντάγματος και έχει προσδιοριστεί και από το ΣτΕ (2195/1993 και Ολομέλεια 3665/2005) καθώς και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με την απόφαση HANDYSIDE v. the United Kingdom 1976.

Επειδή αρνούμαστε την υπερφόρτωση του Συντάγματος με διάταξεις που το καθιστούν δύσκαμπτο και μπορεί να το προσανατολίσουν ακόμα και κόντρα στο Κοινό Ευρωπαϊκό Αξιακό μας Κώδικα προσθέτοντας και όχι επιλύοντας ζητήματα, αρνούμαστε να ψηφίσουμε αυτές τις αλλαγές που προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Επιμένουμε σε ένα Σύνταγμα αξιακά Αυστηρό, αλλά Ανοιχτό στις Ευρωπαϊκές εξελίξεις.