Skip to Navigation

ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΑ ΝΕΑ ( Δ. Νασόπουλος)

Λέξεις κλειδιά: nea | nasopoulos | stylianidis

ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΚΟΜΜΑΤΙΚΗΣ ΑΝΤΙΠΑΡΑΘΕΣΗΣ
του Δρ. Ευριπίδη Στ. Στυλιανίδη
Βουλευτή Ροδόπης, ΝΔ
Έχει προταθεί για πρόεδρος της Επιτροπής Αναθεώρησης

Το Ελληνικό Σύνταγμα είναι «Ανοιχτό» για να προσαρμόζεται εύκολα στις ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις αλλά και «Αυστηρό», προκειμένου να δημιουργεί τις ισχυρότερες δυνατές συναινέσεις και τις πιο ανθεκτικές διαχρονικά συνθέσεις διαφορετικών ιδεολογικοπολιτικών αντιλήψεων.
Η αναθεώρηση του Συντάγματος γι’ αυτούς τους λόγους δεν περατώνεται σε μία Κοινοβουλευτική Περίοδο αλλά σε δύο, κάνοντας διάκριση ανάμεσα σε «Πρόαναθεωρητική» και «Αναθεωρητική» Βουλή.
Αν η Προαναθεωρητική Βουλή μπορούσε να δεσμεύσει στον προσανατολισμό ή το περιεχόμενο των διατάξεων του κάθε αναθεωρητέου άρθρου την Αναθεωρητική Βουλή, δεν θα συνέτρεχε λόγος να μεσολαβήσουν εκλογές που θα δημιουργήσουν μια νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η οποία βεβαίως και λαμβάνει υπόψιν της τη βούληση του λαού που πρόσφατα εκφράστηκε.
Συνεπώς η Προαναθεωρητική Βουλή είναι σαφές ότι περιορίζεται σε δύο καθήκοντα: α) Να αποφασίσει την έναρξη της αναθεωρητικής διαδικασίας και β) Να αποφασίσει τα υπό αναθεώρηση άρθρα με 151 ή 180 ψήφους, καλώντας παράλληλα τα κόμματα και τους Βουλευτές να καταθέσουν τις καταρχήν προτάσεις τους, ώστε να τις γνωρίζουν οι πολίτες πριν αποφασίσουν στην κάλπη των Βουλευτικών Εκλογών, από τις οποίες θα διαμορφωθεί η σύνθεση της νέας Αναθεωρητικής Βουλής και άρα ο νέος συσχετισμός πολιτικών δυνάμεων.
Την άποψη αυτή ότι η «φρέσκια» Βουλή αποφασίζει για το περιεχόμενο των αναθεωρητέων άρθρων που καθόρισε η Προαναθεωρητική Βουλή, την αποδέχεται η συνταγματική θεωρία, την υποστηρίζει η συντριπτική πλειοψηφία των διακεκριμένων συνταγματολόγων από την εποχή του Σαρίπολου μέχρι σήμερα και την έχει ήδη εδραιώσει η Συνταγματική παράδοση της Χώρας μας.
Κάθε διαφορετική προσέγγιση που θέλει την πλειοψηφία του παρελθόντος να δεσμεύει και να καθοδηγεί την βούληση της πλειοψηφίας του παρόντος και του μέλλοντος, πρώτον δεν υπακούει σε καμία θεσμική λογική, δεύτερον δημιουργεί απίστευτες αγκυλώσεις στον εκάστοτε συνταγματικό νομοθέτη δυσκολεύοντας τον ακόμη περισσότερο να προσαρμόζεται στις σύγχρονες και γρήγορα μεταλλασσόμενες εξελίξεις και τρίτον υιοθετεί μια λογική μικροκομματικής σκοπιμότητας που μας απομακρύνει από την αντίληψη, ότι κατά την αναθεωρητική διαδικασία τα πολιτικά κόμματα εκπαιδεύονται ή πρέπει να εκπαιδεύονται για να έχουν το βλέμμα τους στραμμένο, όχι στις επόμενες εκλογές, αλλά στις επόμενες γενιές.