Skip to Navigation

Η Κυβερνώσα Βουλή

Την ανευθυνότητα και την πολιτική μετάπτωση της κυβέρνησης, ευτυχώς για την Ελλάδα, την υποκαθιστά η υπευθυνότητα μεγάλου μέρους της αντιπολίτευσης. Η μετεκλογική οβιδιακή μεταμόρφωση του ΣΥΡΙΖΑ από αντιμνημονιακή δύναμη σε γνήσιο εκφραστή του τρίτου μνημονίου, πολλαπλασιάζει το κόστος των μέτρων για τα μεσαία και αδύναμα τμήματα του ελληνικού λαού, αίρει τη δεδηλωμένη από την κυβέρνηση παρότι αυτό τυπικά δεν έχει ακόμα διαπιστωθεί και καθιστά τη Βουλή "Κυβερνώσα" διότι με την ψήφο της υπεύθυνης αντιπολίτευσης και μόνο, διασφαλίζεται πλέον η διατήρηση της χώρας στις ευρωπαϊκές ράγες.

Οι έκτακτες συνθήκες γεννούν ένα έκτακτο δίκαιο που εκφεύγει των συνηθισμένων αρχών του κλασικού συνταγματικού δικαίου καθώς και των κανόνων του κλασικού ευρωπαϊκού δικαίου. Αυτό το "έκτακτο δίκαιο της κρίσης" ενώ μέχρι τώρα ενίσχυε το ρόλο της εκτελεστικής εξουσίας, τώρα αναβαθμίζει και το κοινοβούλιο, το οποίο ψηφίζοντας αλά καρτ συμβάλει στην αποτροπή της άτακτης χρεοκοπίας και στην ταχεία επιστροφή στην ομαλότητα.

Η αλά καρτ ψήφος όμως της Κυβερνώσας Βουλής μπορεί να θεσπίζει το αναγκαίο πλαίσιο της μεταρρύθμισης, προφανώς όμως δεν αρκεί για την ενεργοποίησή του και για την εφαρμογή στην πράξη των αναγκαίων για τον τόπο αλλαγών και μεταρρυθμίσεων.

Η εξέλιξη αυτή αποκαλύπτει δύο διαστάσεις. Η μία είναι η ασυνέπεια του ίδιου του Α. Τσίπρα που από την προεκλογική αριστερίστικη ουτοπία οδηγήθηκε σε ένα μετεκλογικό πανάκριβο συμβιβασμό. Η άλλη είναι το άδειασμα των "αχάριστων" συντρόφων της αριστερής πλατφόρμας προς την ηγεσία τους, στην πιο δύσκολη μάλιστα στροφή της πολιτικής της, με τρόπο που ακυρώνει στην πράξη το "πρώτη φορά αριστερά".

Το παράλογο φαινόμενο ΣΥΡΙΖΑ συνδυασμένο με τα λάθη των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων αναδεικνύει και τα βασικά κενά τόσο στα πολιτικά ήθη όσο και στα ελληνικά πολιτικά πράγματα.

Το κενό στα πολιτικά ήθη παραδοσιακά συνίσταται στην αντίφαση μεταξύ προεκλογικής μεγαλοστομίας και ακατάσχετης υποσχεσιολογίας από τη μια και μετεκλογικής ασυνέπειας και αυτοδιάψευσης από την άλλη.

Στα πολιτικά πράγματα το μεγάλο και διαχρονικό, διακομματικό κενό είναι η παντελής έλλειψη ενός Εθνικού Αναπτυξιακού Προγράμματος, που θα δεσμεύει και θα κρίνει τη συνέπεια και την αποτελεσματικότητα όλου του πολιτικού συστήματος ανεξαρτήτως αλλαγών σε πρόσωπα ή κόμματα στην εξουσία.

Η κρίση που ζούμε αλλάζει τα πάντα δημιουργώντας τις προϋποθέσεις να αλλάξει και η νοοτροπία του ίδιου του λαού. Οι πολίτες στη Δημοκρατία έχουν τους πολιτικούς που τους αξίζουν. Δεν είναι δυνατόν λοιπόν να αποφασίζουν ανάλαφρα και να ψηφίζουν επιπόλαια. Δεν είναι δυνατόν να αναθέτουν τη ζωή τους σε κόμματα που δεν αναπτύσσουν σοβαρή και υπεύθυνη εναλλακτική πρόταση, ούτε σε πολιτικούς που δεν έχουν πείσει για την εκπαίδευση, την προετοιμασία τους, το ήθος και την ικανότητα τους να υλοποιήσουν την εναλλακτική πρόταση...

Συμφωνούμε οτι οι παλιοί είχαν κουράσει, οτι τα κατεστημένα των τελευταίων δεκαετιών είχαν απογοητεύσει και οτι τα διαπλεκόμενα συμφέροντα είχαν εξοργίσει την κοινωνία. Αυτό έπρεπε να κάνει τους ψηφοφόρους πιο υποψιασμένους και όχι εύκολα θύματα του λαϊκισμού και της αριστερής αυτή τη φορά δημαγωγίας.

Η κρίση μέσα στην οδύνη και τα αδιέξοδά της εμπεριέχει και μία μοναδική ευκαιρία.
Οι πολίτες να συνειδητοποιήσουν την αξία της συμμετοχής τους και τη σημασία της επιλογής τους. Να σταματήσουν να κάνουν λάθος επιλογές πληρώνοντας στο τέλος το λογαριασμό. Να προβληματιστούν εκ των προτερων, αξιολογώντας σε βάθος προτάσεις και κυρίως πρόσωπα. Η πολιτική δε μπορει να είναι υπόθεση των τηλεοπτικών παραθύρων, ούτε των δημοσίων σχέσεων. Η αλλαγή μπορεί να προέλθει μόνο από μπαρουτοκαπνισμένους πολιτικούς που μπορούν να διαχειριστούν κρίσεις και όχι αιτήματα και να εμπνεύσουν εθνικό αλλά ρεαλιστικό όραμα μέσα στο οποίο χωρούν τα όνειρα των πολλών. Το δια ταύτα αυτής της περιόδου πρέπει να είναι κόμματα που να προτείνουν εφαρμόσιμες λύσεις και πολιτικοι που να μπορούν να εγγυηθούν την εφαρμογή τους.